Λαμπαδάριος Ιερού Ναού Παντανάσσης Πατρών (+1988)
Γεννήθηκε στον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας, τον Απρίλιο του 1898. Μετά την πάροδο ολίγων ετών, η πολυμελής οικογένειά του απορφανίστηκε και αναγκάστηκε να μεταφερθεί στην Πάτρα όπου και εγκαταστάθηκε οριστικά. Στην Πάτρα, στις αρχές της δεκαετίας του 1910, ο νεαρός Θεμιστοκλής γνωρίστηκε με τον ιερομόναχο Αβέρκιο, ο οποίος διακονούσε στο ιδιωτικό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη “Πράτσικα” που την εποχή εκείνη βρισκόταν σε αρκετή απόσταση από τα σύνορα της μικρής τότε πόλεως των Πατρών. Ο πατήρ Αβέρκιος προθυμοποιήθηκε να διδάξει τον δεκατετράχρονο Θεμιστοκλή Βυζαντινή μουσική, προκειμένου να μπορέσει ο ενθουσιώδης και με ζήλο μικρός μαθητής, να τον βοηθάει στις ακολουθίες και τις Θείες Λειτουργίες του γραφικού ναΐσκου.
Το 1917, ένεκα της επιστρατεύσεως πολλών ιεροψαλτών εξ’ αιτίας των πολεμικών γεγονότων, διορίστηκε προσωρινά ως αριστερός ιεροψάλτης στον ιερό Μητροπολιτικό ναό Ευαγγελιστρίας Πατρών, με δεξιό τον πασίγνωστο μουσικοδιδάσκαλο Χρήστο Σπηλιόπουλο. Η θητεία του στο αριστερό αναλόγιο της Ευαγγελιστρίας υπήρξε βραχύβιος, αφού σύντομα έπρεπε να εγκαταλείψει τη θέση του για να υπηρετήσει και ο ίδιος την στρατιωτική του θητεία και εν συνεχεία να σταλεί στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Μετά την απόλυσή του από το στράτευμα, προσελήφθη ως δεξιός ιεροψάλτης στον ιερό ναό του Αγίου Αλεξίου, ακολούθως δε της Αγίας Αικατερίνης. Το Νοέμβριο του 1925, κατόπιν επίμονης παρακλήσεως του Θεοδώρου Σπανόπουλου, του γνωστού ως Θεοδώρου του τυφλού, κατέλαβε τη θέση του αριστερού αναλογίου του Αγίου Δημητρίου και μετά το θάνατο του Σπανόπουλου, γύρω στα 1930, προήχθη σε δεξιό ιεροψάλτη, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Ιούνιο του 1936.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1936, σύμφωνα με το αρχείο που διατηρείται στον Ιερό Ναό Παντανάσσης, προσλαμβάνεται ως βοηθός του αριστερού ιεροψάλτη Παντανάσσης, Λάμπη Μιντιλογλίτη, τον οποίο πολύ σύντομα διαδέχεται μετά την οριστική αποχώρηση του τελευταίου. Η πρόσληψή του στον ιερό ναό Παντανάσσης, σύμφωνα με την μαρτυρία του ιεροψάλτη Στέφανου Αϊβαλιώτη, μαθητή του Καραβίτη, έγινε κατόπιν επιθυμίας του τότε πρωτοψάλτη του ναού Παντανάσσης, Νικόλαου Μαυρόπουλου. Στο αριστερό αναλόγιο της Παντανάσσης, παρέμεινε μέχρι το 1942-1943, όταν λόγω της κατοχικής πείνας, ο Νικόλαος Μαυρόπουλος αποφάσισε να μετακινηθεί στον Άγιο Ανδρέα Εγλυκάδος για να εξασφαλίσει τα αναγκαία τρόφιμα και το λάδι, για την επιβίωση της οικογένειάς του. Ήταν μια λαμπρή περίοδος τόσο για την Παντάνασσα όσο και για τον ίδιο τον κυρ Θέμη. Πάντοτε αναπολούσε αυτή την περίοδο, ως τα καλύτερα γι’ αυτόν ιεροψαλτικά χρόνια, απέναντι στον μεγάλο Κωνσταντινουπολίτη πρωτοψάλτη Νικόλαο Μαυρόπουλο.
Μετά την παραίτηση του Μαυρόπουλου, ακολούθησε μια περίοδος δοκιμών για την θέση του δεξιού ιεροψάλτη Παντανάσσης και τελικά το συμβούλιο του ναού, την 1η Μαΐου 1944, διορίζει τον Θεμιστοκλή Καραβίτη δεξιό ιεροψάλτη με αριστερό τον Νικόλαο Σταυρόπουλο. Στις 2 Φεβρουαρίου 1950, το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του ναού αποφάσισε να περάσει τον Νικόλαο Σταυρόπουλο στο δεξιό αναλόγιο, αφού προηγουμένως του είχε δώσει εξάμηνη άδεια, προκειμένου να πάει στην Θεσσαλονίκη για να μαθητεύσει στον μεγάλο πρωτοψάλτη και δάσκαλο Αθανάσιο Καραμάνη. Έτσι ο Θέμης Καραβίτης επανέρχεται στην θέση του αριστερού αναλογίου. Η επί 34 συναπτά έτη διακονία του στον ιστορικό ναό της Παντανάσσης ολοκληρώνεται στα τέλη του 1970 καθώς, έχοντας συμπληρώσει το 70ο έτος της ηλικίας του, ο κυρ Θέμης λόγω κόπωσης αλλά και λόγω του ισχύοντος τότε Κανονισμού «Περί ναών και εφημερίων» συνταξιοδοτείται.
Ο Θεμιστοκλής Καραβίτης υπήρξε έμπειρος ιεροψάλτης με καθαρή και γλυκιά φωνή και δάσκαλος της Βυζαντινής μουσικής. Η αγάπη του για την ψαλτική τέχνη, βρήκε έκφραση και στην τέχνη της μελοποίησης, αφήνοντας ικανό μελοποιητικό έργο, το οποίο, με μέριμνα του προέδρου του Δ.Σ Κυριάκου Τζουραμάνη, υπάρχει και στη βιβλιοθήκη του Συλλόγου ιεροψαλτών Πατρών “Ιωάννης ο Δαμασκηνός”, τόσο σε έντυπη και όσο και σε ψηφιακή μορφή. Η αγάπη του για την μελοποίηση τροπαρίων είναι χαρακτηριστική και από το παρακάτω περιστατικό που έλαβε χώρα την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, σύμφωνα με την μαρτυρία της κόρης του, Παναγιώτας Καραβίτη. Κάποια ημέρα, ο Θεμιστοκλής Καραβίτης βρέθηκε για βιοποριστικούς λόγους στα μέρη της Ναυπάκτου ή του Μεσολογγίου. Κάθισε σε ένα καφενείο να ξεκουραστεί, έβγαλε κάποια χαρτιά και άρχισε να γράφει Βυζαντινή μουσική, μέχρι που ένας Γερμανός στρατιώτης τον είδε και μη γνωρίζοντας τα σύμβολα της Βυζαντινής μουσικής, θεώρησε τα γραφόμενα ως κάτι το ύποπτο και έτσι τον οδήγησε στο κρατητήριο όπου κρατήθηκε όλη την νύκτα. Μια γνωστή κυρία του κυρ Θέμη, τον είδε στο κρατητήριο και τον ρώτησε με απορία για την αιτία της κράτησής του. Όταν της εξήγησε τι συνέβη, έσπευσε να τον βοηθήσει ενώπιον των Γερμανικών αρχών κατοχής και το επόμενο πρωί αφέθηκε ελεύθερος.
Πάνω από όλα ο Θεμιστοκλής Καραβίτης υπήρξε εξαίρετος άνθρωπος και έχαιρε της εκτιμήσεως των συναδέλφων του αλλά και των συνανθρώπων του, στην μικρότερη τότε πόλη των Πατρών. Από την ενεργό ιεροψαλτική δράση αποχώρησε το 1972. Ευτύχησε να δει δύο από τους γιούς του, τους αειμνήστους Φώτη Καραβίτη (πρωτοψάλτη Παναγίας Αλεξιωτίσσης Πατρών) και Παναγιώτη Καραβίτη (Άρχοντα Νοτάριο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας) να υπηρετούν τα ιερά αναλόγια ως καλοί παραδοσιακοί ψάλτες, με ζήλο και αγάπη για την ψαλτική τέχνη.
Τέλος, ο Θεμιστοκλής Καραβίτης είχε μακροχρόνια και ενεργό συμμετοχή στο Σύλλογο ιεροψαλτών Πατρών και Περιχώρων «Ιωάννης ο Δαμασκηνός» διατελώντας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου κατά τα έτη 1949-1954. Λίγα χρόνια πριν την εκδημία του, ο Σύλλογος ιεροψαλτών Πατρών υπό την προεδρία του μακαριστού Σπύρου Γεωργακόπουλου, τον τίμησε σε εκδήλωση που διοργανώθηκε στο Ρωμαϊκό Ωδείο Πατρών. Στην εν λόγω εκδήλωση ο τιμηθείς Θεμιστοκλής Καραβίτης μίλησε, ευχαριστώντας τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη πρώην Πατρών κυρό Νικόδημο (Βαλληνδρά) για την παρουσία του στην εκδήλωση και τα κολακευτικά λόγια που απεύθυνε προς αυτόν. Επίσης, ευχαρίστησε τον Πρόεδρο του Συλλόγου, τους συναδέλφους του ιεροψάλτες και το Πατραϊκό κοινό που είχε την ευγενή καλοσύνη να τον τιμήσει με την παρουσία του.
Πέθανε στην Πάτρα, στις 22 Αυγούστου 1988.



