
Η Εκκλησιαστική μουσική μας παράδοση μέσα από τις έντυπες ψαλτικές εκδόσεις – (Μέρος Α΄, 19ος αιώνας), Γεώργιος Χατζηθεοδώρου
11/03/2024
Μονοήμερη εκδρομή με αφορμή την εκδήλωση τιμής και μνήμης για τα 10 χρόνια από τον θάνατο του Λυκούργου Αγγελοπούλου στο μέγαρο μουσικής
17/05/2024ΤΑ ΕΝΤΥΠΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Β΄ΠΕΡΙΟΔΟΣ (20os αιώνας)
Ἐξετάζοντας τὶς ἐκδόσεις τῶν βιβλίων τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας μουσικῆς κατὰ τὴ διὰρκεια τοῦ Κ΄ αἰῶνα, παρατηροῦμε σὲ γενικὲς γραμμὲς τὰ ἑξῆς: α) ἀριθμητικὴ ἱσορροπία μεταξὺ τῶν ψαλτικών καὶ τῶν θεωρητικῶν ἐντύπων, ἰδιαίτερα κατὰ τὸ τελευταῖο τέταρτο τοῦ αἰῶνα, ὅπου αὐξάνεται κατακόρυφα ἡ ἐκδοση ἐργασιῶν μὲ θεωρητικο-μουσικολογικὸ περιεχόμενο β) μεγαλύτερες ἀποκλίσεις ἀπὸ τὶς ἀρχικὲς ἐκδόσεις τοῦ ιθ΄αἰῶνα, ἰδιαίτερα κατὰ τὸ β΄ μισὸ τοῦ κ΄ αἰῶνα καὶ ἐν συνεχεία τὶς άρχὲς τοῦ ΚΑ΄ αἰῶνα ποὺ σὲ πολλὲς περιπτώσεις ἀγγίζουν τὰ ὄρια τῆς αὐθαιρεσίας γ) τάση γιὰ πιὸ προσδιοριστικὴ ἀποτύπωση τῶν μελῶν (ἀναλύσεις, ἔλξεις κ.λπ.) δ) τάση, ἀπὸ ὁρισμένους κύκλους, ἐπαναφορᾶς καὶ χρήσης καταργημένων ἀπὸ τοὺς τρεῖς δασκάλους χαρακτήρων τῆς παλαιᾶς γραφῆς ε) εἰσαγωγὴ καὶ ἀξιοποίηση τῆς τεχνολογίας καὶ τῶν μέσων της (πολύγραφοι, φωτοτυπίες, φωτοσυνθέσεις, ὑπολογιστές), εἰδικότερα ἀπὸ τὰ μέσα τῆς 8ης δεκαετίας στ) μεγαλύτερη περιγραφικὴ ἀπεικόνιση ἐννοιῶν λέξεων καὶ συναισθηματικῶν καταστάσεων καὶ ἄλλα. Ὅλα τὰ παραπάνω σαφῶς ὅχι μόνο ἀπομακρύνουν τις εκδόσεις ἀπὸ τὰ κλασικὰ πρότυπα, ἀλλὰ καὶ σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις μεταβάλλουν τὸν ἀρχικὸ ἱεροπρεπὴ χαρακτήρα τῶν ἐκκλησια- στικῶν μελῶν. Μεταξὺ τῶν προσώπων ποὺ μὲ τὸ ἔργο τους ἐπηρέασαν καθοριστικά τη ψαλτική του πρώτου μισού του Κ΄ άιώνα, κυρίως στον ελλαδικό χωρο και όχι μόνο ξεχωρίζουν βασικὰ δύο. Ο Ἰωάννης Σακελλαρίδης και ο Κωνσταντίνος Ψάχος. Είναι και ένα τρίτο για το δεύτερο μισό μέχρι και σήμερα ο Σίμων Καρᾶς. Ο πρῶτος ὡς καινοτόμος μελωδός, ὁ δεύτερος ὡς δογματικὸς θεωρητικός, καὶ ο τρίτος βασικά συνεχίζοντας και επεκτείντας κατὰ ἕνα τρόπο τῆ μουσικολογικῆ ἐργασία του Ψάχου.
Ἡ προσωπικότητα τοῦ Σακελλαρίδη κυριάρχησε στὰ πρώτα χρόνια τοῦ κ΄ αἰῶνα, μὲ ἀποτέλεσμα ὅλες σχεδὸν οἱ ἑλληνικὲς παροικίες τοῦ ἐξωτερικοῦ, τουλάχιστον στὸ πρῶτο μισὸ τοῦ Κ΄αἰῶνα, νὰ ἀποδεχθοῦν καθολικὰ τὸ σύστημά του καὶ νὰ προβοῦν σὲ πολλὲς καὶ ἀλλεπάλληλες ἐκδόσεις τοῦ ἔργου του· τὸ ἴδιο ἄλλωστε, ἄν καὶ σε πολύ μικρότερο βαθμό, συνέβη κατὰ τὸ ἴδιο διάστημα καὶ στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο. Ἀπὸ τὸ δεύτερο ὅμως μισὸ τοῦ αἰῶνα, λόγω τῶν ἐκδόσεων τῶν ἔργων, τοῦ Κωνσταντίνου Πρίγγου καὶ κυρίως τοῦ Ἀθανασίου Καραμάνη, ποὺ ξεπέρασαν κατὰ πολύ τὰ ὄρια τῆς Ἑλλάδας, ἄρχισε νὰ ὑποχωρεῖ τὸ φαινόμενο, καὶ σήμερα ἔχει ἐκλείψει σχεδὸν ὁλοσχερῶς. Ο Ψάχος μεγάλη μουσικολογική φυσιογνωμία οριοθέτησε τη μουσικολογική έρευνα και το καθαρό ψαλτικό ύφος στην Αθήνα. Και ο Καράς, ἐμβλήματικὴ επίσης φυσιογνωμία στὸ χῶρο καὶ στὴν ἔρευνα τῆς ἑλληνικῆς (ἐκκλησιαστικῆς καὶ δημοτικῆς) μουσικῆς, κατόρθωσε, μὲ τὴν μελετηρότητα καὶ ἐπιμονή του – ψάλτης αξιόλογος δεν ήταν-, νὰ ἐμβαθύνει στὰ θεωρητικὰ θέματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, ὅσο, εξαιρουμένου βέβαια του Κ.Ψάχου, κανένας σύγχρονός του.
Ἄν τὰ ψαλτικά ἔντυπα τοῦ Κ΄ αἰῶνα, δὲν παρουσιάζουν τὴ γνησιότητα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν παλαιῶν, ἀντιθέτως, τὰ ἔντυπα μὲ περιεχόμενο θεωρητικό, μουσικολογικό, ἱστορικὸ κ.λ.π., παρουσιάζουν πολὺ μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον ἀπὸ ὅ,τι ἐκείνα τοῦ ΙΘ΄αἰῶνα. Καὶ τοῦτο, γιατὶ ἡ σχετικὴ ἔρευνα στον Κ΄ αἰῶνα ἀναπτύχθηκε ἁλματωδῶς, ἰδιαίτερα κατὰ τὴν τελευταία εἰκοσαετία του. Σ’ αὐτὸ συνετέλεσαν θετικὰ διάφοροι παράγοντες. Ἤδη κατὰ τὶς δύο τελευταίες δεκαετίες τοῦ ΙΘ΄αἰῶνα εἶχε ἀρχίσει νὰ παρουσιάζεται μιὰ κάμψη, σὲ ὅ,τι αφορᾶ τὸν ἀριθμὸ καὶ τὴ σημαντικότητα τῶν ψαλτικών ἐκδόσεων τῆς Κωνσταντινούπολης. Βλέπουμε, λοιπόν, σὲ ὁλόκληρη τὴ δεκαετία τοῦ 1890 νὰ ἐκδίδεται ἐκεῖ, το 1895, μόνο ἕνα νέο καὶ ἐνδιαφέρον ἔντυπο, τὸ Ἕν Ἄνθος, τοῦ πρωτοψάλτη τοῦ Παναγίου Τάφου, Ἀγαθαγγέλου Κυριαζίδη, ποὺ περιέχει καὶ ὁρισμένα ἀνέκδοτα ἀρχαῖα μαθήματα. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον στερεότυπες ή με προσθαφαιρέσεις ἐπανεκδόσεις παλαιοτέρων βιβλίων του Ιωάννη βασικά και του Φωκαέα. Ἀπεναντίας, στὴν Ἀθήνα παρατηρεῖται μεγάλη ἐκδοτικὴ δραστηριότητα μὲ κύριους μελουργοὺς τὸν Ἰ. Σακελλαρίδη καὶ τὸν Ἀνδρέα Τσικνόπουλο, και μὲ βασικὸ τυπογράφο-ἐκδότη τὸν Σπυρίδωνα Κουσουλῖνο.
Ὅμως, ἐνῶ συμβαίνουν αὐτά, τὴν ἴδια ἀκριβῶς χρονικὴ περίοδο, ἀναπτύσσεται στὴν Κωνσταντινούπολη μιὰ εξαιρετικὴ δραστηριότητα, ἡ ὁποία ἔχει σχέση πλέον μὲ τὴ θεωρητικὴ καὶ τὴ μουσικολογικὴ γενικότερα ἐξέταση βυζαντινῆς μουσικῆς. Πρωταγωνιστεῖ για 25χρόνια ὁ δραστήριος Ἐκκλησιαστικὸς Μουσικὸς Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως μέλη τοῦ ὁποίου εἶναι τὰ πλέον σημαντικὰ στὸ ἀντικείμενο τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς πρόσωπα τῆς Κωνσταντινούπολης. Στὶς ἐργασίες τῶν πρακτικῶν τοῦ Συλλόγου ποὺ ἐκδόθηκαν αὐτοτελῶς ὡς παραρτήματα του γνωστού Περιοδικού τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ’Εκκλησιαστική Ἀλήθεια ἕξι τεύχη, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1900-1907, δημοσιεύονται πολὺ καλὲς μελέτες, οἱ ὁποίες σηματοδοτοῦν τὴν ἔναρξη βαθύτερης ἔρευνας γιὰ τὴν ἐκκλησιαστική μας μουσική. Πρωταγωνιστούν μεταξύ άλλων ο Νηλέας Καμαράδος και ο Κ.Ψάχος.
Μὲ τὴν εἴσοδο στὸν κ΄ αἰῶνα καὶ στὴ δεκαετία 1900-10, παρατηρεῖται ἀντίστοιχη κίνηση καὶ στὴν Ἀθήνα, ὅπως φανερώνει ἡ ἔκδοση τῆς περίφημης μουσικῆς ἐφημερίδας Φόρμιγξ, ἡ ὁποία στὰ 11 περίπου χρόνια τῆς κυκλοφορίας της (1900-1911) στην οποία βασικός επιστημονικός συνεργάτης υπήρξε ο Κ.Ψάχος. Κατὰ τὴ δεκαετία αὐτὴ παρατηρεῖται καὶ μεγάλη αὔξηση τῶν αὐτοτελῶν ἐκδόσεων καὶ ἐπανεκδόσεων ψαλτικών βιβλίων. Συνδυαστικὰ στὴ δεκαετία αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ τονισθεῖ, ἡ ἐγκατάσταση τοῦ Κωνσταντίνου Ψάχου στὴν Ἀθήνα ὅπως καὶ ἡ ἰδιαίτερα δυναμικὴ παρουσία καὶ δραστηριότητα τοῦ ἄλλου μεγάλου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τοῦ Ἰωάννη Σακελλαρίδη. Αυτοί οι δύο σπουδαίοι μουσικοί επιστήμονες συνετέλεσαν καθοριστικά, μέσα ἀπὸ τὶς πολλὲς διαφορὲς ποὺ τοὺς διέκριναν, στὴν παγίωση τῆς ἐπιστημονικῆς πλέον ἀναζήτησης καὶ ἑρμηνείας, τῶν πέραν τῆς ἁπλῆς ψαλτικῆς φαινομένων τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ γενικότερα τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς – Κωνσταντίνος Ψάχος, καὶ βέβαια στὴν ὁριστικὴ ἀνάσχεση τῆς καθιέρωσης τετράφωνης μουσικῆς στὶς ἐκκλησίες Ιωάννης Σακελλαρίδης. Σχετικά με τον Σακελλαρίδη μέχρι σήμερα, πιστεύω, πὼς γιὰ λόγους μᾶλλον ἀνιστόρητης και μισαλλόδοξης ἀπαξίωσης, δὲν ἐχει συνειδητοποιηθεί και αποτιμηθεί ἡ συνεισφορὰ του στην εκκλησιαστική μας μουσική και αὐτό, ἀφοῦ, με τὸ ἐνδιάμεσο σύστημά του ἱκανοποίησε ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ὀπαδῶν τῆς πολυφωνίας που είχε φουντώσει υπέρμετρα εκείνη την εποχή, καὶ τοὺς ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν ἐντελῶς ξένη γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας τετράφωνη εὐρωπαϊκὴ μουσική
Στις ψαλτικές εκδόσεις του Κ΄αιώνα, αρχή γίνεται με το Χερουβικάριον, 1900, του Ἀλέξανδρου Βυζαντίου που είναι το πρώτο και μοναδικό έντυπο σε όλο τον Κ΄άιώνα το οποίο περιέχει αμιγώς μόνο χερουβικά. Μελοποιούσε επ’ αμοιβή κατά παραγγελία αναλαβάνων την μελοποίηση «εν οιαδήποτε χρονκή διαρκεία ήτοι εξ’ μέχρι τριάκοντα λεπτών της ώρας…» με την αντίστοιχη τιμή. Στη συνέχεια έχουμε του Ἰωάννη Σακελλαρίδη, Η Ιερά Υμνωδία 1902 σε τρία τέυχη το Α΄Αναστασιματάριο, Όρθρος,Λετουργία , το Β και Γ΄Δοξαστάριο ενιαυτού ως «Αγιοπολίτης». Επίσης του Χρυσοστόμου Ἀγιογράφου, το Μουσικὸν ἀπάνθισμα (ἀργὰ Προσόμοια) 1904 κατά την παράδοση του Αγίου Όρους, που είναι το πρώτο και μοναδικό ως προς το αμιγές του περιεχομένου του, με αργά προσόμοια. Του Ἀγαθαγγέλου Κυριαζίδη, Αι Δύο μέλισσαι (ενδιαφέρον δίτομο ἀνθολόγιο.) Το 1906
Του Πέτρου Φιλανθίδη, Ἀθωνιὰς (δίτομο Δοξαστάριο) 1905 (απὸ τὰ δημοφιλέστερα ἔντυπα τῆς ἐποχῆς του, ιδίως στους μοναχούς του Αγιου Όρους λόγω τῆς μελωδικῆς ποικιλίας τῶν μελῶν του). Του Γεωργίου Πρωγάκη, Μουσικὴ Συλλογὴ (τρίτομη ἀνθολογία) 1909 (ἀπὸ τὰ πιὸ χρηστικὰ μέχρι σήμερα), λόγω της πολύ επιτυχημένης επιλογής κλασικών μαθημάτων. Κ. Ψάχου, Ἡ Λειτουργία, 1909 (μὲ τὸ σύστημά του τῆς διπλῆς συνηχητικῆς γραμμῆς). Παραθετικά μπορούμε να πούμε ότι το σύστημα τῆς συνηχητικῆς γραμμῆς τοῦ Κ.Ψάχου στηριζόταν οὐσιαστικὰ στὴ βάση τοῦ διπλοῦ ἰσοκρατήματος (ἡ μιὰ φωνὴ ἱσοκράτημα καὶ ἡ ἄλλη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀντιφωνία τοῦ μέλους), ἀλλὰ γιὰ τεχνικοὺς (δὲν παρουσίαζε τίποτα τὸ ἰδιαίτερο) καὶ οἰκονομικοὺς λόγους, (χρειαζόταν σχετικὰ πολυμελὴς χορὸς) δὲν ὲπικράτησε. Και βέβαια το Νέον συντομώτατον θεωρητικὸν ἤτοι περὶ τῆς καθ’ ἡμᾶς ἐκκλησιαστικῆς καὶ ἀρχαίας ἑλληνικῆς μουσικῆς του Μισαηλίδη που και αυτό παρά τη σημαντική σημασία του, δεν επικρατησε. Σ η μ ε ί ω σ η: Τὸ Θεωρητικὸ αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὰ σημαντικότερα, ὄχι μόνο γιὰ τὴν περιεκτικότητά του, ἀλλὰ κυρίως ἐπειδὴ σ’ αὐτὸ διατυπώνονται ἀπόψεις ποὺ διαφέρουν ἀρκετὰ ἀπὸ τὰ προηγούμενα Θεωρητικά. Ἰδιαίτερα ἀξιόλογο εἶναι τὸ δεύτερο μέρος ὅπου καὶ ἡ ἀναφορὰ στὴ μουσικὴ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Πάντως, τὸ σύγγραμμα αὐτὸ προκάλεσε κατὰ καιροὺς διάφορες συζητήσεις θετικὲς καὶ ἀρνητικές· μέχρι δὲ σήμερα δὲν ἔχει τύχει ἀποκρυσταλλωμένης ἀποδοχῆς.
Ἡ ἑπόμενη δεκαετία 1910-20, σημαδεύεται καθοριστικὰ ἀπὸ τὴν ἔκδοση τῆς περίφημης ἐργασίας τοῦ Κ.Ψάχου, Ἡ παρασημαντικὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, Ἀθῆναι 1917. Τὸ βιβλίο αὐτὸ είναι σπουδαιότατο, γιατί ἐμπεριέχει τὴν πρώτη οὐσιαστικὰ μὲ ἀξιώσεις, ἐπιστημονικὴ ἑλληνικὴ ἀπάντηση στὶς μέχρι τότε ἀπόψεις τῶν ξένων μουσικολόγων σχετικά με το θέμα της εξήγησης της παλαιάς γραφής της εκκλησιαστική μας μουσικής. Ἀποτελεῖ δὲ τὴ βάση τῆς πρότασης γιὰ τὴ μελέτη καὶ κατανόηση τῆς παλαιότερης γραφῆς, μέσω τοῦ ἀναδρομικοῦ παραλληλισμοῦ μὲ τὴ νέα. Ἡ ἔκδοσή του τάραξε στὴν κυριολεξία τὰ νερὰ καὶ ἑξακολουθεῖ μέχρι σήμερα νὰ ἀποτελεῖ σταθερό ὁδηγὸ γιὰ τὴν παραπέρα μουσικολογικὴ ἔρευνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας μουσικῆς. Σημαντική, ἐπίσης, εἶναι καὶ ἡ ἔκδοση τοῦ μουσικοῦ περιοδικοῦ Μουσική, 1912- 1914 τοῦ Γεωργίου Παχτίκου Με μεγάλη ποικιλία μουσικών και μουσικολογκών θεμάτων και παραδειγμάτων. Ἀπὸ πλευρᾶς ψαλτικών ἐκδόσεων, ξεχωρίζουν τῶν: Σεραφεὶμ Παναγιωτίδη, Ἀργὸν εἱρμολόγιον (καταγραφὴ Πατμιακῆς ψαλτικῆς παράδοσης) 1911 και μια ἐξαίρετη διπλῆ σειρὰ Χερουβικῶν Κωνσταντίνου Ψάχου,με τον τίτλο Λειτουργικοὶ ὕμνοι το 1912. Του Στυλιανοῦ Χουρμουζίου, η Ἐθνικὴ μοῦσα, 1915 (ἐπειδὴ σηματοδοτεῖ τὴν ἔναρξη ἐκδοτικῆς δραστηριότητας πολλῶν Κυπρίων μουσικῶν συγγραφέων, ἡ ὁποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.Ήταν του κλίματος του Ι.Σακελλαρίδη. Εδώ αξίζει ένα σχόλιο. Ἡ Κύπρος ὑπῆρξε ἕνας τόπος στὸν ὁποῖο ἀναπτύχθηκε ἡ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ ἀπὸ παλιά. Βέβαια ἐδῶ δεν ἔχουμε ὅπως στὴν Κρήτη, Κυπριακὴ σχολή. Ὅμως, σὲ ἀντίθεση με τὴν Κρήτη, ποὺ παρὰ τὴν ἱστορία της δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξει καμία δραστηριότητα στον τομέα τῶν ἐ κδόσεων εντύπων βιβλίων βυζαντινῆς μουσικῆς, η βιβλιογραφικὴ παρουσία της Κύπρου, ἐξαιρουμένης τῆς Άθήνας, εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα τμήματα τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, καὶ ἀριθμεῖ τον Κ΄αιώνα γύρω στὶς ἐκατὸ ἐκδόσεις. Κυριώτεροι εκπρόσωποί της εἶναι ἀπὸ τοὺς παλαιότερους ὁ Στυλιανὸς Χουρμούζιος καὶ ὁ Θεόδουλος Καλλίνικος, καὶ ἀπὸ τοὺς νεώτερους ὁ Νικόλαος Παπασάββας. Τὸ 1914 ἐκδίδεται καὶ τὸ τελευταῖο ψαλτικό βιβλίο ἀπὸ τὸ πατριαρχικὸ τυπογραφεῖο. Πρόκειται γιὰ τὴ στερεότυπη ἐπανέκδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου Πέτρου Πελοποννησίου, ἀπὸ τὸν υἱὸ τοῦ πρωτοψάλτη Ἰωάννη, Δημήτριο. Ἀπὸ τὸ πατριαρχικὸ τυπογραφεῖο Κωνσταντινουπόλεως τυπώθηκαν κατὰ τὸ χρονικὸ διάστημα 1841-1917, συνολικὰ 40 βιβλία σχετικὰ με τὴ βυζαντινὴ μουσική, με πρῶτο τὸ δίτομο Αργόν Δοξαστάριον τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τελευταίο την ἐργασία)τοῦ Ἀρχιμ. Παγκρατίου Βατοπαιδινοῦ Ἡ μουσικὴ κλῖμαξ (1916-17)
Ἡ δεκαετία 1920-30 κινεῖται στὸν ἴδιο ρυθμὸ μὲ τὴν προηγούμενη. Σ’αὐτὴν ἀπὸ μουσικολογικῆς πλευρᾶς ξεχωρίζει ἡ εφημερίδα Νέα Φόρμιγξ, 1921-22, ποὺ ἐκδίδουν ὁ Κ. Ψάχος καὶ ὁ Ἐ. Πεζόπουλος, κατὰ τὸ πρότυπο τῆς Φόρμιγγας. Ἀπὸ ψαλτικής πλευρᾶς διακρίνονται: οἱ ἐπανεκδόσεις ἔργων τοῦ Ἰωάννη Σακελλαρίδη και η πολύτομη σειρὰ ’Εκκλησιαστικὴ σάλπιγξ 1924-1929 του Στυλιανοῦ Χουρμουζίου. Σ η μ ε ί ω σ η: Πρόκειται γιὰ ἐνδιαφέρουσα σειρά, ποὺ ὁλοκληρώνεται σὲ ἕξι τόμους καὶ ἀποτελεῖ τὴ βασικὴ ἐργογραφικὴ παραγωγὴ τοῦ Στυλ. Χουρμουζίου.Βασικὸ πνεῦμα τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ σύντομη καταγραφὴ καὶ μελοποίηση τῶν ἐκκλησαστικῶν μελῶν. Τὸ πνεῦμα αὐτὸ θὰ ἐπικρατήσει καὶ θὰ ἐπηρεάσει καὶ τὶς μεταγενέστερες ἐργασίες ὅλων τῶν Κυπρίων μουσικοδιδασκάλων.
Διακρίνονται επίσης και οι Μελῳδικές ἀσκήσεις του Κωνσταντίνου Παπαδημητρίου που είναι τὸ πρῶτο ἔντυπο μὲ ἀσκήσεις γιὰ ἀρχαρίους, στὸ πρότυπο τῶν Solfej τῆς Εὐρωπαϊκῆς μουσικῆς, 1928, και του δικού σας πρωτοψάλτη του Δημητρίου Κουτσαρδάκη, η τρίτομη ανθολογια «Τὰ μυρίπνοα ἄνθη» το 1929 σε δική του μελοποιία. Σημειώνω ότι τα Κρατήματα ἀπό τοὺς πόδες τοῦ «Θεοτόκε Παρθένε…» τοῦ Π. Μπερεκέτη τὰ καταχωρεῖ μὲ ἀπόδοση ἐπισχάζοντος ρυθμοῦ (6/σημος σε δύο κινήσεις-μὲ ἀνάλυση διγόργου).
Στὴ δεκαετία τοῦ 1930-40 παρατηρεῖται μιὰ σημαντικὴ αὔξηση τῶν ἐκδόσεων (περίπου διπλάσιες τῆς δεκαετίας τοῦ 1920), καθὼς καὶ ἡ ἔναρξη δραστηριότητας νέων προσώπων, ὅπως π.χ. τοῦ Ἐμμανουὴλ Φαρλέκα, τῆς Ἀδελφότητας Θεολόγων «Ἡ Ζωή» καὶ τοῦ Σίμωνα Καρᾶ, τὰ ὁποία στὴ συνέχεια θὰ καταλάβουν ἐξέχουσα θέση στὴν ἑλληνικὴ βιβλιογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς. Διακρίνονται μεταξὺ τῶν μουσικολογικῶν ἐντύπων αὐτῆς τῆς περιόδου τὰ ἑξῆς: Σίμωνα Καρᾶ, Ἡ βυζαντινὴ μουσικὴ σημειογραφία 1933, πρωτόλεια ἀλλὰ σημαντικὴ ἐργασία, με την οποία άλλωστε κάνει και τη είσοδό του στο μουσικολογικό πεδίο της Ελλάδας. Και και η σημαντικότατη Συμβολὴ εἰς τὴν σπουδὴν τῆς παρασημαντικῆς τῶν βυζαντινῶν, 1938 του Ἐμμανουήλ Βαμβουδάκη.
Τα ψαλτικά βιβλία: Νεκταρίου Κατσαροῦ, Μουσικὸς θησαυρὸς τῆς Λειτουργίας, του ιδίου, 1933, και Μουσικὸς θησαυρὸς ἑσπερινοῦ, 1935 και , Καλλίφωνος ἀηδών, 1933, στα οποία περιλαμβάνονται κυρίως μέλη ψαλλόμενα στο Άγιο Όρος. Το Τριώδιον, 1931, του Ἐμμανουήλ Φαρλέκα. Μὲ τὸ βιβλίο αὐτὸ, καθὼς καὶ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους προσεγμένους τόμους τῆς σειρᾶς ποὺ ἀκολούθησαν Ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη ἑβδομάς το 1934, Πεντηκοστάριον το 1935, ὁ Φαρλέκας κατέλαβε ἐξέχουσα θέση μεταξὺ τῶν ἐκδοτῶν-μελοποιῶν τοῦ κ΄ αἰῶνα. Ιδιαίτερα μεταξύ των δεκαετιών 1930 – 1950 που είχε επικρατήσει όλων. Σε γενικὲς γραμμὲς ἀκολουθεί τὴν τεχνοτροπία τοῦ πρωτοψάλτη Σμύρνης Νικολάου Γεωργίου καὶ στὰ μέλη χρησιμοποίησε τὸν ἀμιγὴ τετράσημο. Ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν, ἐπίσης, ἐκτὸς τῶν μελοποιήσεών του οἱ παρατηρήσεις -ὁδηγίες του και οἱ ἀναλύσεις γραμμῶν του Κλιτοῦ. Σημαντική και η Ἡ ἱερὰ Λειτουργία, 1939 του Βασιλείου Παπαρούνη. Πρόκειται γιὰ ἔκδοση πολὺ ἐνδιαφέρουσα ἡ ὁποία (δὲν προσέχθηκε ἰδιαίτερα μέχρι σήμερα) κυρίως γιὰ τὶς σπουδαῖες παρατηρήσεις τοῦ συγγραφέα σχετικὰ μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν σημείων ποιότητας καὶ τὴν ὀρθογραφία Δεν μπορεί να αγνοηθεί ὅλη ἡ σειρὰ Μουσικὸς Πανδέκτης τῆς Ἀδελφότητας Θεολόγων Ζωή, 1933-1938 με τις πολλαπλές επανεκδόσεις της, αν και εδώ υπάρχουν ενστάσεις ως προς την επιτυχία των μουσικών παρεμβασέων του επιμελητή της έκδοσης
Κατὰ τὴ δεκαετία 1940-50, λόγω τῶν γνωστῶν περιπετειῶν τοῦ Ἔθνους, ἐκδόθηκαν 34 ἔντυπα, ἀπὸ τὰ ὁποὶα μόλις τὰ 14 ἐκδόθηκαν ἐντὸς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου, καὶ ὡς ἐκ τούτου αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ φτωχὴ σὲ ἀριθμὸ ἐκδόσεων ὅλου τοῦ κ΄ αἰῶνα. Μεταξύ αὺτῶν ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν το Θεωρητικό: του π. Οἰκονόμου Χαραλάμπους, Βυζαντινῆς μουσικῆς χορδῆς στὸ ὁποῖο, ὁ συγγραφέας πραγματοποιεῖ ἐμβριθὴ προγέγγιση σὲ πολλὰ θεωρητικὰ σημεῖα τῆς Βυζαντινῆς μουσικῆς, ποὺ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τά συνήθη Θεωρητικὰ (Ωδειακοῦ τύπου κ.λπ.), ἐνῶ παράλληλα ἐκθέτει καὶ δικές του ἀπόψεις γιὰ πολλὰ ποὺ τὴν ἀφοροῦν. Πιστεύω ὅτι δὲν προσέχθηκε ὅσο ἔπρεπε 1940. Και του Δημητρίου Παναγιωτοπούλου το Θεωρία καὶ πρᾶξις τῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς 1947. Πρόκειται γιὰ ἕνα Θεωρητικὸ ἀπὸ τὰ πλέον σημαντικὰ ποὺ ἔχουν ἐκδοθεῖ μέχρι σήμερα. Ἰδιαίτερα χρήσιμες θεωροῦνται οἱ πληροφορίες καὶ οἱ ὁδηγίες ποὺ ἐμπεριέχονται στό πέμπτο καὶ ἔκτο μέρος τοῦ βιβλίου. Ὅταν πρωτοεκδόθηκε καὶ γιὰ ἀρκετὰ χρόνια μετά, δεν εἶχε προσεχθεῖ ὅσο τοῦ ἄξιζε, σὲ ἀντίθεση μὲ σήμερα ποὺ ἤδη θεωρεῖται ἀπὸ τὰ βασικότερα.
Φθάνουμε στη σπουδαία δεκαετία τοῦ 1950-60 όπου και έχουμε καθοριστική τομή. Θεωρῶ τὴ δεκαετία αὐτὴ ἀπὸ τὶς σπουδαιότερες καὶ τὴν ἀφετηρία τῆς σημερινῆς βιβλιογραφικῆς καὶ μουσικῆς ἔκφρασης. Δεν αστοχώ εάν ισχυριστώ ότι έχουμε πλέον αυτό που λένε οι Ευρωπαίοι Ars nova,δηλαδή Νέα Τέχνη. Εξηγώ: Εκτός του ότι ο ἀριθμὸς τῶν ἐκδόσεων αὐξάνεται ἁλματωδῶς, το σημαντικότερο αὐτῆς τῆς δεκαετίας εἶναι ἡ ἐμφάνιση προσπαθειῶν γιὰ περισσότερο προσδιοριστικὴ γραφικὴ ἀποτύπωση τῶν μελῶν (ἀναλυτικὴ καταγραφή), μὲ βάση τὴ ρέουσα προφορικὴ παράδοση, κυρίως τοῦ πατριαρχικοῦ ψαλτικοῦ ὕφους, καθὼς καὶ ἡ νέα δημιουργία, στηριγμένη σὲ παλαιότερα πρότυπα ἢ καὶ ἐντελῶς σὲ προσωπικὴ ἀπόδοση τῶν μελῶν. Ἡ τάση αὐτή, ἡ ὁποία έξακολουθεῖ μέχρι σήμερα νὰ ὲπικρατεῖ σὲ μεγάλο βαθμό, και βασικὰ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τοῦ πρωτοψάλτη τοῦ Πατριαρχικοῦ ναοῦ Κωνσταντίνου Πρίγγου, και τοῦ πρωτοψάλτη Θεσσαλονίκης Ἀθανασίου Καραμάνη. Επιπρόσθετα έχουμε τη δεκαετία αυτή και ένα άλλοσημαντικό γεγονός. Την είσοδο του μικροφώνου, η χρήση του οποίου σαφώς χωρίζει την ερμηνεία της εκκλησιαστικής μουσικής σε εποχή πρό και μετά μικροφώνου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς την φωνητική εκφορά της ερμηνείας των εκκλησιατικών μελών.
Μεταξύ τῶν πολλῶν ἐκδόσεων αὐτῆς τῆς περιόδου, διακρίνονται μὲ ἀπόσταση ἡ σειρὰ Πατριαρχικὴ φόρμιγξ (Ἀναστασιματάριο, Δοξαστάριο καὶ Μεγάλη Ἑβδομάδα) 1952-1955 τοῦ Κωνσταντίνου Πρίγγου καὶ ἡ με αναλυτική γραφή και μελοποίημένη Νέα μουσικὴ συλλογή (Ἑσπερινός, Ὄρθρος, Λειτουργία) 1955-1958, τοῦ Ἀθανασίου Καραμάνη. Με αυτή τη σειρά ο Καραμάνης κάνει με εμφαντικό τρόπο την παρουσία του στο χώρο της μελοποιίας, εκτοπίζει τον Ιωάννη Σακελλαριδη που κυριαρχούσε μέχρι τότε στις εκκλησίες κυρίως του εξωτερικού, και κυριαρχεί γενικά, σχεδόν μέχρι σήμερα με τις αλλεπάληλες εκδόσεις των βιβλίων του. Θα τον χαρακτήριζα ως τον Θεόδωρο Φωκαέα του Κ΄αιώνα. Έχουμε και το Θεωρητικὸν βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, 1958 Ἰωάννη Μαργαζιώτη. Τὸ θεωρητικό αυτό,παρέλαβε τη σκυταλη από την Κρηπίδα του Φωκαεα, για την περιοδο τουλάχιστον 1958- 1990. και λόγω τῆς μεθοδικότητας καὶ τῆς λιτότητας τῆς παράθεσης τῶν διαφόρων θεωρητικῶν ἐννοιῶν ποὺ περιέχει, ἐπικράτησε στὶς μουσικὲς σχολές καὶ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερα θεωρεῖται ἀπὸ τὰ σημαντικότερα τοῦ εἴδους.
Στὴ δεκαετία τοῦ 1960-70, μαζὶ μὲ τοὺς πιὸ παλιούς, ἐμφανίζονται νέοι μελοποιοί, ὅπως ὁ πρωτοψάλτης τοῦ πατριαρχικοῦ ναοῦ Βασίλειος Νικολαΐδης, ο Χρύσανθος Θεοδοσόπουλος, ὁ Ἀστέριος Δεβρελῆς, ὁ Χαρίλαος Ταλιαδῶρος καὶ μερικοὶ ἄλλοι οἱ ὁποίοι στὴν προσπάθεια ἀνάδειξης τοῦ διδακτικοῦ τους ἔργου ἢ και τῆς προσωπικῆς τους ἔκφρασης (ὅχι ἀπαραίτητα καὶ πρωτότυπης), θὰ δώσουν στὴ συνέχεια σειρὲς μὲ μεγάλο ἀριθμὸ νέων ἐντύπων. Μιὰ ἄλλη παράμετρος εἶναι ὅτι ἀπὸ αὐτὴ τὴ δεκαετία ἀρχίζει νὰ γενικεύεται ἡ χρήση πολυγράφου γιὰ τὶς «ἐκδόσεις», ἡ ὁποία πλέον ὁδηγεῖ σὲ εὔκολες μὲν πλὴν εὐτελεῖς τυπογραφικὰ λύσεις. Κυρίως ὅμως, στὴ δεκαετία αὐτή, μὲ δημοσιεύσεις ἐργασιῶν ὅπως τοῦ Μητροπολίτη Σερβίων καὶ Κοζάνης, Διονυσίου Ψαριανοῦ, τῆς Δέσποινας Μαζαράκη καὶ τοῦ Π. Ἐ. Φορμόζη, καὶ τὴ μετάβαση νέων γιὰ συστηματικὴ μουσικολογικὴ σπουδὴ στὸ ἐξωτερικό, συντελεῖται, σχετικὰ ἀθόρυβα, ἡ προετοιμασία γιὰ τὴ μετέπειτα ἄνθιση τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας περὶ τὴν ἐκκλησιαστική μας καὶ ὄχι μόνο μουσικὴ, στὸν ἑλλαδικὸ χῶρο.
Ἀναφορικὰ μὲ τὶς ψαλτικές ἐκδόσεις αὐτῆς τῆς περιόδου, μεταξὺ ἀλλων ἔχουμε και τη μεγαλη σειρά με το τίτλο «Πηδάλιον» του Δεβρελή, η όποία είναι και η μεγαλέτερη αν και δεν προσθέτει τίποτα το νέο. Θα μποροῦσε ίσως νὰ ἀναφερθεῖ καὶ τὸ Μουσικὸν Τριώδιον, 1969 τοῦ Θρασύβουλου Στανίτσα, στὸ ὁποῖο ἀποτυπώνεται τὸ προσωπικὸ ὕφος τοῦ πρωτοψάλτη. Στὰ πολύ ἐνδιαφέροντα ἐντάσσεται καὶ ἡ ἔκδοση τῆς ἐφημερίδας «Ἱεροψαλτικὰ Νέα»1964 κ.ε. τοῦ Πανελληνίου Συλλόγου Ἱεροψαλτῶν Ἀθηνῶν, ἡ μακροβιώτερη μέχρι σήμερα ἱεροψαλτικὴ ἐφημερίδα.
Ἡ περίοδος τῆς δεκαετίας τοῦ 1970-80 εἶναι ἡ σημαντικότερη γιὰ τὴν ἔρευνα τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας μουσικῆς, γιατί κατὰ τὴ διὰρκειά της καὶ λίγο ἀργότερα, ἐκδόθηκαν οἱ βασικὲς μουσικολογικὲς ἐρευνητικὲς ἐργασίες τῶν σημαντικοτέρων ἐντὸς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου Ἑλλήνων μουσικολόγων. Συγκεκριμένα ἀναφέρομαι στὶς ἐργασίες τῶν Γρηγορίου Στάθη, Μανόλη Χατζηγιακουμῆ, Γεωργίου Ἀμαριανάκη, Ἀντωνίου Ἀλυγιζάκη, Μάρκου Δραγούμη, Dimitri Conomos, Σολωμοῦ Χατζησολωμοῦ κ.ἄ., οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ὁποίους, ἄν καὶ σπούδασαν τὴ μουσικολογία (τότε δὲν λειτουργοῦσαν ἀκόμα πανεπιστημιακὰ μουσικὰ τμήματα) στὸ ἐξωτερικό, στὴ συνέχεια ἀνέπτυξαν ἐπιστημονικὸ λόγο ποὺ υἱοθετεῖ στὰ περισσότερα σημεῖα τὶς ἑλληνικὲς ἀπὸψεις τοῦ Κωνσταντίνου Ψάχου, ὅσο καὶ τοῦ Σίμωνα Καρᾶ. Για την περίοδο αυτή, σχετικὸ ἐνδιαφέρον αν και φλύαρο, παρουσιάζει καὶ τὸ πολυσέλιδο Θεωρητικὸ Μαθήματα βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς, 1972 τοῦ Ἀβραὰμ Εὐθυμιάδη.
Σταθμό όμως, αποτελεί η εργασία του καθηγητή Γρηγορίυ Συαθη Γρηγορίου Στάθη, με τη σειρά Τὰ χειρόγραφα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, 1975, όπως άλλωστε και το συνολο μουσικολογικό και ερευνητικό έργο του. Η πραγματικὰ μνημειώδης σειρᾶ τῶν Καταλόγων χειρογράφων, τοῦ ἀκάματου καὶ χαλκέντερου καθηγητὴ τῆς μουσικολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, Γρηγόρη Στὰθη σιγουρα ἀποτελεί τὴ σημαντικότερη ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς, καὶ «εργωδέστερη» μουσικολογικὴ ἐκδοτικὴ προσπάθεια στὸν Κ΄ αἰῶνα καὶ ἀνοίγει δρόμο γιὰ τὴν παραπέρα μουσικολογικὴ έρευνα και αναδεικνύει τον Στάθη ως τον γενάρχη της όλης επιστημονικής ελληνικής μουσικολογικής δραστηριότητας. Μετά από τους προναφερθέντες μουσικολόγους, πήραν και κρατούν τη σκυτάλη πολλοί νεώτεροι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, όπως ο Αχιλλέας Χαλδαιάκης ο Μανόλης Γιαννόπουλος, ο Ιωάννης Αρβανίτης, η Μαρία Αλεξάνδρου, ο Κων/νος Καραγκούνης, ο Θωμάς Αποστολόπουλος, ο Στάθης Μακρής κ.α. Πέραν τώρα από τις πολλές εκδόσεις των εργασιών των παραπάνω επιστημόνων, σημειώνω την Ίδρυση του Ιδρύματος Βυζαντινής Μουσικολογίας από τον Γρ.Στάθη, όπως καὶ τἡ σημαντικὴ ἐπανέκδοση τῆς Παρασημαντικῆς (1978) τοῦ Κωνσταντίνυ Ψάχου, σὲ ἐπαυξημένη καὶ βελτιωμένη μορφὴ.
Οι πολλές αριθμητικά ψαλτικές ἐκδόσεις αὐτῆς τῆς δεκαετίας, αλλά και της επόμενης, ἀκολουθήθησαν τἡν πεπατημένη. Δηλαδὴ είναι εκδόσεις μὲ προσωπικὸ ἢ καὶ καθαρὰ ἀντιγραφικὸ χαρακτήρα καὶ συνέχιση τῆς ἀναλυτικῆς καταγραφῆς μελῶν, πολλὲς φορὲς σὲ σημεῖο ὑπερβολῆς Μεταξὺ αὐτῶν διακρίνονται: Χρυσάνθου Θεδοσοπούλου, η Ἑπτάτομος μουσικὴ Κυψέλη, 1972 που ακολουθεί την τεχνοτροπία του Πρίγγου.
Στὴ δεκαετία τοῦ 1980, ἡ νέα τεχνολογία τῆς φωτοσύνθεσης, ἡ γενικότερη ἀναζωπύρωση τοῦ ἐνδιαφέροντος – καρπὸς τῆς προηγούμενης δεκαετίας – γιὰ τὴ βυζαντινὴ μουσικὴ καὶ ἡ λειτουργία, ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας, Τμημάτων Μουσικῶν Σπουδῶν στὰ Πανεπιστήμια, συνετέλεσαν, ὥστε, πέραν τῆς ἔρευνας, οἱ ἐκδόσεις ψαλτικών καὶ μουσικολογικῶν βιβλίων νὰ γνωρίσουν κατακόρυφη αὔξηση (περίπου 300). Ἐντελῶς ἐνδεικτικὰ ἀναφέρω την ἐργασία Κ.Ψάχου, Τὸ ὀκτάηχον σύστημα τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, 1980 και κυρίως τη Μέθοδο τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς-Θεωρητικόν, 1982 του Σίμωνα Καρά. Τὸ θεωρητικὸ αὐτὸ, θεωρεῖται ἀπὸ πολλοὺς -βασικὰ μαθητὲς τοῦ Καρᾶ και όχι μόνο-ὡς τὸ πληρέστερο τῆς ἐποχῆς μας ἴσως καὶ σπουδαιότερο μετά τὸ Μεγάλο Θεωρητικὸ τοῦ Χρυσάνθου. Πρέπει εδώ να πούμε ότι διδασκαλία τοῦ Καρᾶ, οἱ ἀπόψεις, η δογματικότητά του καὶ τὸ θεωρητικό του σύστημα, ἀπέκτησαν πολλοὺς φανατικοὺς ὀπαδούς, ἀλλὰ καὶ πολλοὺς πολέμιους. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι οἱ ἀπόψεις του περὶ τῶν ἤχων (μεγάλη καὶ πολὺ πέραν τῆς γνωστῆς ὀκτωηχίας, πολυηχία) καὶ περὶ τῆς ἐπαναφορᾶς παλαιῶν σημαδίων,η υπερβολκή χρήση σημείων αλλοιώσεως κ..α, στὴ σημερινὴ γραφή, ἀποτυπώνεται ἤδη σὲ ἐκδόσεις νεωτέρων, μὲ ἀποτέλεσμα αὐτὲς νὰ διαφοροποιοῦνται, χωρὶς σοβαρὴ καὶ οὐσιαστικὴ αἰτία, ἀπὸ τὰ θεωρητικὰ καὶ ἐκδοτικὰ πρότυπα τῆς Νέας Μεθόδου, καὶ βέβαια νὰ δημιουργοῦνται τριβές, οἱ ὁποίες σὲ μερικὲς περιπτώσεις φθάνουν στὰ ἄκρα. Ανεξάρτητα καὶ πέραν ἀπὸ τὶς ὅποιες ὑπερβολὲς ἢ ἀστοχίες του (οὐσιαστικὰ αἱρέσεις), τὸ δυσνόητο τῆς ἔκφρασης καὶ τὸ σχολαστικὸ τῆς κατάθεσης τοῦ συγγραφέα, τὸ ἔργο ἀποτελεῖ κεφάλαιο καὶ πραγματικὸ ἀπόκτημα γιὰ ὅσους ἀσχολοῦνται μὲ τὴ μελέτη τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς, καὶ πλουτίζει ἀποφασιστικὰ τὴ βιβλιογραφία τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ γενικότερα τῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς, γιατὶ δίνει ἐρέθισμα γιὰ παραπέρα καὶ σὲ βάθος μελέτη τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς.
Συνεχίζω με την «ὀκταηχία στὴν ἑλληνικὴ λειτουργικὴ ὑμνογραφία, 1985 του Ἀντωνίου Ἀλυγιζάκη, Πιστεύω ότι ειναι το πιο συγκροτημένο και τεκμηριωμένο έντυπο στο θέμα της οκταηχίας.
Σὲ ὅ,τι ὰφορᾶ τώρα τὶς ψαλτικές ἐκδόσεις αὐτῆς τῆς περιόδου ἱσχύουν αὐτὰ τῆςπροηγούμενης δεκαετίας· διακρίνονται, λόγω κυρίως τῆς διάδοσής τους: ἡ πολύτομη ἐργασία τοῦ Λυκούργου Πετρίδη ποὺ ξεκίνησε μὲ τὴν Ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, 1980, σὲ χειρόγραφη πολυγραφημένη μορφή και Γεωργίου Τσατσαρώνη, Βυζαντινὴ Καλοφωνία, 1989 – ως τὸ μοναδικὸ στὴ νεώτερη μελοποιία ἀμιγῶς καλοφωνικὸ Εἱρμολόγιο
Στὰ τέλη τοῦ τελευταίου τετάρτου τοῦ κ΄αἰῶνα συντελεῖται μιὰ, θὰ ἔλεγα, ἐπανάσταση στὴν ἔκδοση βιβλίων. Πρόκεται γιὰ τὴ χρήση τοῦ Η/Υ, ἡ ὁποία ἀπὸ τὴ δεκαετία τοῦ 1990 βλέπουμε σιγὰ σιγὰ νὰ ἐφαρμόζεται καὶ στὰ βιβλία τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς καὶ σήμερα ἔχει γενικευθεῖ. Ἔτσι, μὲ εἰδικὰ προγράμματα μπορεὶ πλέον καθένας νὰ γίνει γραφέας, στοιχειοθέτης, ἐκτυπωτής, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ κυκλοφορήσουν ὡς ἐκδόσεις βιβλίων πάμπολλες φυλλάδες πρόχειρα συρραμμένες μὲ σπιράλ κ.λ.π. Κανονικὰ ὅλες αὐτὲς οἱ περιπτώσεις δὲ δικαιολογοῦν τὸ χαρακτηρισμό τους ὡς ἐκδόσεις· ὅμως, λόγω τῆς πληθώρας τους, εἰδικὰ μετὰ τὸ 2000, δὲν μποροῦν νὰ ἀγνοηθοῦν. Καὶ ἐδῶ οἱ ιστορικο-μουσικολογικὲς ἐργασίες, ἔναντι τῶν ψαλτικών ἔχουν τὸν πρωτεύοντα λόγο· Αναφέρω, τη Βυζαντινὴ ἐκκλησιαστικὴ μουσικὴ καὶ ψαλμῳδία,1992 (τρίτομο) του Φίλιππου Οικονόμου. Του Κωνσταντίνου Φλώρου την ελληνική παράδoση στις μουσικές γραφές του μεσαίωνα και του Γεωργίου Χατζηθεοδώρου, τη «Βιβλιογραφία τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστι κῆς μουσικῆς», 1998.
Σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὶς ψαλτικές ἐκδόσεις, ἀπὸ τὸ πλῆθος τους αὐτῆς τῆς περιόδου, ἐντελῶς ἐνδεικτικὰ ἀναφέρω, Χαραλάμπους Καρακατσάνη, τη σειρά Βυζαντινὴ ποταμηὶς, 1995 που ξεκίνησε με την φωτοαναστατική έκδοση του σπουδαιότατου Θεωρητικού του Αποστόλου Κωνστάλα, και συνεχίστηκε με τα άπαντα του Πέτρου Μπερεκέτη, Ἀγγέλου Βουδούρη, την πολύτομη μουσικὴ σειρὰ μὲ τὴν καταγραφὴ τῆς ψαλτικῆς πράξης τοῦ πρωτοψάλτη Ἰακώβου τοῦ Ναυπλιώτη, στὸν πατριαρχικὸ ναὸ Κωνσταντινουπόλεως, Στη σειρά αυτή διακρίνονται οι καταγραφές του συγγραφέα και οι πληροφορίες του για πρόσωπα της εποχής στην Κωνσταντινούπολη, αλλά ελέχονται οι μουσικολογικές παρατηρήσεις του και οι σχολιασμοί του λόγω μονομέρειας, έλλειψης βάθους και αντικειμένικότητας .
Και του Νίκου Παπασάββα, Κύπρια μηναῖα, 1999 (πολύτομη σειρὰ γιὰ τοὺς Κυπρίους Ἁγίους ποὺ συνεχίστηκε και μετὰ τὸ 2000),
Κλείνοντας τὴν όσο μπόρεσα σύντομη ἀναφορὰ μου στὶς ἐκδόσεις τοῦ κ΄ αἰῶνα,σημειώνω ὅτι: Ἀπὸ τὸ 2000 μέχρι καὶ σήμερα συνεχίζεται μὲ αὐξανόμενο διαρκῶς ρυθμὸ ἡ ἔκδοση βιβλίων σχετικῶν μὲ τὴ βυζαντινὴ μουσική, πολλὲς ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἀποτελοῦν συνέχεια καὶ συμπλήρωμα σειρῶν ἀπὸ προηγούμενη περίοδο. Μεταξὺ τῶν νέων ἐντύπων τοῦαἰῶνα μας ἱδιαίτερη σημασία ἔχουν οἱ πολυπληθεὶς μουσικολογικὲς ἐργασίες, τῆς ήδη καταξιωμένης διεθνῶς νέας γενιᾶς Ἑλλήνων μουσικολόγων, καθὼς καὶ οἱ διδακτορικὲς διατριβὲς ποὺ ἐκπονοῦνται ἀπὸ τοὺς ὑποψηφίους ἐπὶ διδακτορία νέους ἐπιστήμονες καὶ βλέπουν τὸ φῶς, ὡς καλὸς καρπὸς διδαχῆς καὶ ἔρευνας τῶν πανεπιστημιακῶν Μουσικῶν Τμημάτων.
Κράτησα για το τέλος μια ψιλή αναφορά στη μουσική δημιουργία και την προσφορά στη Ψαλτική Τέχνη, των Πατρέων δημιουργών – ερμηνευτών παλαιοτέρων και συγχρόνων. Ήδη αναφέρθηκα για τη ψαλτική σειρά «Μυρίπνοα Άνθη» του σπουδαίου πρωτοψάλτη Δημητρίου Κουτσαρδάκη, που έψαλλε για πολλά χρόνια στη πόλη σας και δημιούργησε σχετική παράδοση. Αναφέρω επίσης τον Κωνσταντίνο Πανά, ο οποίος με πρώτη χρονολογικά, την Ανθοδέσμη εκκλησιαστικής βυζαντινής μουσικής, μας έδωσε στη συνέχεια έντεκα καλα αυτοτελή βιβλία. Τον καλό δάσκαλο και τέως πρόεδρο του Συλλόγου Σπυρίδωνα Γεωργακόπουλο με τους οκτώ τίτλους βιβλίων, τον Σπύρο Ψάχο με το θεωρητικό και την ιστορία του, τον πρωτοψάλτη Δημήτριο Γαλάνη με τους Υμνους της Θείας Λειρουργίας, μα κυρίως για τη σειρά των μουσικών διδακτικών του βιβλίων όλων των ωδειακών τάξεων, και τον πρόεδρό σας Κυριάκο Τζουραμάνη με την σχετικά πρόσφατη επιστημονικότατη ερμηνεία του και έκδοση των ανεκδότων μέχρι τότε Αναστασιματαρίων Κουλιδά και Δανιήλ του πρωτοτοψάλτη. Επισημαίνω, τέλος, και την αξιοπρόσεκτη προσπάθεια του Διονύση Σταματόπουλου που επιμελείται την έκδοση των Απάντων του παλαιού μεγάλου δασκάλου και μελοποιού Μπαλασίου ιερέως. Όλοι αυτοί. Παλαιότεροι και σύγχρονοι, (μαζί και ο πρωτοψάλτης του μητροπολιτικού σας ναού, ο πεφιλημένος μου μαθητής Γιάννης Κόττορος, με την πληθωρική παρουσία του στο αναλόγιο και τη διεύθυνση της βυζαντινής χορωδίας εντός και εκτός των Πατρών και της Ελλάδος), στήριξαν και στηρίζουν στην πόλη σας με τις εκδόσεις, τη φωνή και τη μουσική τους δεινότητα το οικοδόμημα της παράδοσης της Ψαλτικής.
Γεώργιος Χατζηθεοδώρου
2024/03/09


