
Εσπερίδα Εκκλησιαστικής Βυζαντινής Μουσικής
09/03/2024
Η Εκκλησιαστική μουσική μας παράδοση μέσα από τις έντυπες ψαλτικές εκδόσεις – (Μέρος Β΄, 20ος αιώνας), Γεώργιος Χατζηθεοδώρου
11/03/2024ΤΑ ΕΝΤΥΠΑ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ
Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ (19 αιώνας)
Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι κοντά σας και που μου δίνεται η ευκαιρία να αναφερθώ σε ένα αντικείμενο που αφορά τη Ψαλτική Τέχνη της Εκκλησίας μας και της πατρίδας μας. Το οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο απασχολεί την επιστημονική κοινότητα, απαιτεί την με αποδείξεις τεκμηρίωσή του, ούτως ώστε να αποκτήσει ισχύ και να μη διαψεύδεται. Η πλήρης κατανόηση σε βάθος και η επιστημονική τεκμηρίωση του γνωστικού αντικειμένου μπορεί να γίνει μόνο με την εξαντλητική και επιστημονική μελέτη των πηγών και των βοηθημάτων πού σχετίζονται με αυτό. Ό κανόνας αυτός ισχύει και για τη Ψαλτική Τέχνη της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Είναι αυτονόητο ότι οι πηγές για την έρευνα, εκτός βέβαια από τη ζώσα προφορική παράδοση, είναι βασικά δύο. Τα μουσικά χειρόγραφα και τα μουσικά έντυπα.
Τα έντυπα μουσικά βιβλία που θα μας απασχολήσουν απόψε είναι εξίσου σημαντικά με τα χειρόγραφα, γιατί όπως γράφει από το 1971 και ο Μανόλης Χατζηγιακουμής, «αποτελούν πολυτιμότατα κλειδιά για τη γνώση της παραδοσιακής μουσικής ύλης και ταυτόχρονα τα μοναδικά σχεδόν (μετά τα χειρόγραφα) βοηθήματα για τη σπουδή των Φορέων της. Εξ’ άλλου η σπανιότητα των μουσικών εντύπων τα εντάσσει σχεδόν στην κατηγορία των χειρογράφων». Βέβαια η πλήρης αναφορά σ’ αυτά χρειάζεται πολύ χρόνο, γιατί αριθμός τους υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες οπότε είναι αδύνατη. Απλά θα προσπαθήσω, μέσα από μια ελάχιστη αναφορά σ’ αυτά να σας δώσω μια μικρή εικόνα των πολυτίμων αυτών κλειδιών που περικλείουν και αποτυπώνουν τη μοναδική παγκοσμίως ελληνική εκκλησιαστική τέχνη, που κόσμος γνωρίζει και αποκαλεί Βυζαντινή μουσική. Και τώρα ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Ή Νέα Μέθοδος της Θεωρίας και της Πράξης της Ψαλτικής μας Τέχνης που καθιερώθηκε το 1814, εκτός των άλλων και με τη νέα γραφή πού πρότεινε, εννοείται ότι δεν άλλαξε ή μάλλον δεν διέκοψε την παράδοση, γιατί η αλλαγή πού επέφερε ήταν εξωτερική και δεν αφορούσε την ουσία της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής. Όμως, εκτός από την ενθουσιώδη αποδοχή και καθιέρωσής της λόγω της ευκολίας στη μάθησή της, δημιουργήθηκαν εντελώς νέα δεδομένα σε ο,τι αφορά και τη δυνατότητα χάραξης τυπογραφικών μουσικών στοιχείων, προκειμένου να αρχίσει ή διά τού τύπου έκδοση βιβλίων, τα οποία αναλόγως τού περιεχομένου τους πήραν και το σχετικό όνομα, παρμένο σε γενικές γραμμές από το όνομα των χειρογράφων. Να σημειωθεί ότι, για χίλια περίπου χρόνια δεν είχαμε γραπτή αποτύπωση του εκκλησιαστικού μέλους και για 800 χρόνια μόνο χειρόγραφη.
Με τη νέα αύτη πραγματικότητα και τριακόσια εβδομήντα ακριβώς χρόνια μετά την εφεύρεση της τυπογραφίας – συγκεκριμένα το 1820-, κυκλοφόρησαν τα δύο πρώτα έντυπα βιβλία της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής. Το Αναστασιματάριον και το Δοξαστάριον του Πέτρου Πελοποννησίου. Γράφει ο εκδότης τους Πέτρος ο Εφέσιος «Εν ακόμη έμενε, το αναγκαιότατον εις συναπάρτισιν της εντελούς ευκολίας της τέχνης ταύτης, ό δια τύπου δηλονότι πολλαπλασιασμός των μουσικών βιβλίων, και ή εκ τούτου κοινοτέρα ωφέλεια εις το γένος». Αναφέρεται από τον Μανόλη Γιαννόπουλο στην εργασία του «Η εύξεινος και εύκαρπος διάδοση και καλλιέργεια της ψαλτικής, στις περί τον Εύξεινο Πόντο περιοχές», η εκτύπωση ενός «Άξιον εστίν» με τυπογραφικά στοιχεία από τον Αντώνιο Παν(τολέων), το 1819, πλην δεν μπορεί να θεωρηθεί η εκτύπωση ενός φύλλου ως έναρξη των εντύπων εκδόσεων, παρά μόνον ως δοκιμαστική απόπειρα. Η έκδοση των δύο αυτών βιβλίων υπήρξε και η απαρχή της μετέπειτα της μεγάλης εκδοτικής δραστηριότητας, στο χώρο του μουσικού εκκλησιαστικού βιβλίου, η οποία συνετέλεσε καθοριστικά στη διάδοσή τους και απάλλαξε όπως γράφει ο Θάμυρης τον ψαλτικό κόσμο « από το πολύμοχθο, και τέλος αφόρητον εκείνο της μουσικής γράψιμο». Το θέμα είναι πολύ μεγάλο και ο χρόνος αμείλικτος, όμως θα σταθώ αξιοχρέως, σ’ αυτά τα δύο πρώτα βιβλία δεδομένου ότι ως όντως «πρωτότυπα και αρχέγονα», είναι τα συγκινητικότερα έντυπα κειμήλια της μουσικής μας, καθώς και σε μερικά άλλα της πρώτης εκδοτικής φάσης, γιατί εκτός του ως πρωτογενή αποτελούν τα πρότυπα των μεταγενεστέρων, τα μέλη που περιέχουν διακρίνονται για τη δωρική τους απλότητα και αποτελούν στο σύνολό τους το σεμνότερο δείγμα και τη γνησιότερη έκφραση της μουσικής της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας.
Μετά την καθιέρωση του νέου συστήματος, ένας από τους πρώτους και ικανότερους αποφοίτους της Μουσικής σχολής της Νέας Μεθόδου, ο Πέτρος Εμμανουήλ Εφέσιος, πήγε στο Βουκουρέστι και δίδαξε στο ηγεμονικό μουσικό σχολείο από το 1816, έως και το 1840 που πέθανε. Εκεί ο Πέτρος με τη βοήθεια διαφόρων και κυρίως του μεγάλου Βορνίκου Γρηγορίου Μπαλιάνου (δικαστικού λειτουργού, κάτι σαν Υπουργού δικαιοσύνης η κάτι σαν Προέδρου του Αρείου Πάγου), και 155 συνδρομητών (μεταξύ αυτών και ο Γρηγόριος Δικαίος, δηλαδή ο γνωστός μας Παπαφλέσας κατόρθωσε να εκδόσει διά του τύπου το 1820 το πρώτο βιβλίο της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής. Πρόκειται για το Νέον Αναστασιματάριον Πέτρου του Πελοποννησίου, το οποίο κυκλοφόρησε σε 435 αντίτυπα. Ἀξίζει ἐπίσης νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴν ἔκδοση αὐτὴ ἀκολουθήθηκε ἀκριβῶς ἡ χειρόγραφη παράδοση τοῦ Ἀναστασιματαρίου του Πέτρου καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπο καταχώρησης τῶν μελῶν σὲ στιχηραρικὰ καὶ «εἱρμολογικά» (σύντομα στιχηραρικά). Ἔτσι τὰ ἀπόστιχα τοῦ ἑσπερινοῦ στοὺς ἤχους γ΄, δ΄, πλ. α΄, πλ. β΄, βαρύ, πλ. δ΄, καθὼς καὶ τὰ στιχηρὰ τῶν αἴνων στοὺς ἤχους γ΄, βαρύ, πλ. δ΄, εἶναι καταχωρισμένα σὲ σύντομο στυχηραρικό,λέγε(«εἰρμολογικὸ» μέλος»). Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε και το Σύντομον Δοξαστάριον, επίσης του Πέτρου Πελοποννησίου, με τη συνδρομή 97 αυτή τη φορά μόνο συνδρομητών σε 152 αντίτυπα. Σημειώνω εδώ ότι το δεύτερο μέρος του Δοξασταρίου έχει την ένδειξη χρονίας και τόπου έκδοσης ως εξής: «αηκ΄ ΕΝΕΤΙΗΣΙΝ 1820». Αυτό το Ενετίησιν δημιούργησε σε πολλούς την εντύπωση ότι εκδόθηκε στην Ενετία, όμως το σωστό είναι ότι η λέξη σημαίνει στο έτος. Τη χάραξη στο Αναστασιματάριο την έκαμε ο χρυσοχόος Σεραφείμ Χριστοδούλου και τα κοσμήματα ο μοναχός Κωνστάντιος. Στο Δοξαστάριο η χάραξη ανήκει μάλλον στον Στέφανο Δ. Αρχιχρυσοχόο.
Την ίδια σχεδόν εποχή σε μια άλλη πλευρά της Ευρώπης, στο Παρίσι, γίνεται παράλληλη προσπάθεια έκδοσης με τυπογραφικά στοιχεία, βιβλίων της Βυζαντινής μουσικής από το μαθητή των τριών Δασκάλων Α. Θάμυρη. (Αθανάσιος ή Αναστάσιος, δεν έχει δευκρινισθεί ακόμα). Ο Θάμυρης εξέδωσε το 1821 με τον τίτλο «Δοξαστικά», μόνο το Δοξαστάριο του ενιαυτού, του Π. Πελοποννήσιου, γιατί μάλλον είχε πληροφορηθεί ότι εν τω μεταξύ είχε κυκλοφορήσει και με τα δοξαστικά της περιόδου Τριωδίου Πεντηκοσταρίου, πλήρες το ίδιο βιβλίο στο Βουκουρέστι. Τον Θάμυρη είχαν στείλει οι ίδιοι οι Δάσκαλοι για το σκοπό αυτό. Το γεγονός μάς το πληροφορεί εμμέσως ό ίδιος στο τέλος τού προλόγου πού προτάσσει στο Δοξαστάριο του Πέτρου Λαμπαδαρίου, με τα εξής: «Μόλις και μετά βίας επλησίασα εις την πηγήν της σοφίας, ελπίζων να αντλήσω αμβρόσιον νέκταρ, μόλις ανεγεννώντο αι έλπίδαι μου, οτι θέλω έχει κι εγώ την μερίδα μου εις την νεολαία των σπουδαστών, και… μέ προσκαλείτε εις την πατρίδα! Άρα συγκατανεύει και η πατρίς εις τούτο η συνείδησίς μου με λέγει όχι». Φαίνεται πάντως οτι αρχική του πρόθεση ήταν να τυπώσει το Αναστασιματάριο τού Πέτρου, όμως άλλαξε γνώμη, γιατί εν τω μεταξύ είχε πληροφορηθεί οτι προηγείτο ή προσπάθεια τού Εφεσίου, καί θεώρησε οτι η δική του θα υπολείπετο επειδή τού έλειπε ύλη, γράφει σχετικά στον πρόλογό του « Όσον διά το Αναστασιματάριον, δεν με το εσυγχώρει η συνείδησίς μου, διότι και εις την Δακίαν το αυτό ετυπώνετο, αλλά ήμην βέβαιος ότι είχατε προσθέσει εις αυτό τα Καθίσματα καί τα Αντίφωνα, τα όποια εγώ δεν είχον». Δεν παραλείπει όμως να εκδηλώσει και τη δυσαρέσκειά του επειδή τον πρόλαβαν άλλοι και παράλληλα να καυχηθεί ότι αυτός χάραξε ωραιότερα στοιχεία. «Διότι οι Παρίσιοι υπερβαίνουν αναμφιβόλως τους Βλάχους κατά την επιδεξιότητα· όθεν επόμενον ήτο να προκριθή δια την λαμπρότητα και ωραιότητα του τύπου και των χαρακτήρων…» αλλά και να σχολιάσει ότι, και μόνο η πληροφορία πως γινόνταν κάτι το αντίστοιχο και στη Γαλλία τους έκαμε να κινηθούν ταχύτερα. «Μήτε αυτό [δηλαδή το πρώτο Δοξαστάριο] ήθελεν ίσως ιδεί το φως αν δεν επεχειρείτο και εις Παρισίους ο τύπος. Εύγε διά την φιλοτιμίαν! Μόλις εξύπνησαν…». Στο βιβλίο του Θάμυρη χαράκτης των μουσικών στοιχείων είναι ο Γάλλος Λέγερ και το σχήμα τους είναι βασικά αυτό που επεκράτησε στη συνέχεια μέχρι και σήμερα. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι δεν αναφέρονται συνδρομητές (ο Fetis αναφέρει αόριστα για πλούσιους ομογενείς, -ίσως μεταξύ αυτών και ο Κοραής που συνέστησε τον Fetis). Πιθανόν την κύρια δαπάνη της έκδοσης των δύο βιβλίων να ανέλαβε ο Αβραάμ Δε Κάστρο που φαίνεται στη συνέχεια να έχει την ευθύνη διακίνησης αλλά και εκτύπωσης των μουσικών εκδόσεων στην Κωνσταντινούπολη για αρκετά χρόνια.
Τον ίδιο χρόνο, ό Θάμυρης εκδίδει την ευμέθοδη «Εισαγωγή εις το Θεωρητικόν και πρακτικόν της εκκλησιαστικής μουσικής» τού Χρυσάνθου» , το γνωστό μικρό Θεωρητικο που είναι και το πρώτο έντυπο θεωρητικό στην ιστορία της βυζαντινής μουσικής. Το βιβλίο αυτό συνοπτικό και άκρως μεθοδικό υπήρξε το διδακτικό εγχειρίδιο της θεωρίας της νέας μεθόδου. Πλην εκδόθηκε πιθανώς σε ελάχιστα αντίτυπα, και σε χρόνους δύσκολους για το γένος (Επανάσταση του ΄21) και σύντομα ξεχάστηκε. Μόλις το 1940 ξαναβγήκε στην επιφάνεια. Στη λησμόνησή του συνετέλεσαν κατά πολύ οι παρεμβάσεις – συμπληρώσεις του Χουρμουζίου, μα κυρίως η εκδοτική δραστηριότητα του Θ.Φωκαέα, ο οποίος κατατρυγόντας το περιεχόμενό του, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τον Χουρμούζιο, εξέδωσε τη δική του γνωστή « Κρηπίδα», η οποία μέχρι πρόσφατα ακόμα αποτελούσε το βασικό θεωρητικό εγχειρίδιο για τους αρχαρίους. Το άλλο που πρέπει να ειπωθεί για το μικρό αυτό Θεωρητικού είναι το περιεχόμενο της προσφώνησης του Θάμυρη «Προς τους μουσικολογιώτατους συμμαθητάς», στη οποία ασκεί σκληρή κριτική κατά των παλαιών δασκάλων -τους αποκαλεί μανδαρίνους που εκεταλλευόντουσαν για πολλά χρόνια τους μαθητές. Αυτό είχε ως συνέπεια η προσφώνηση να αφαιρεθεί ευθύς εξ’αρχής από τους τρεις δασκάλους από το κυρίως σώμα και σήμερα αυτή να διαζώζεται σε απολύτως ελάχιστα αντίτυπα- δύο τρία ίσως σε όλο τον κόσμο.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 1824, ο ένας απο τους τρείς Δασκάλους ό Χουρμούζιος, εξέδωσε τη δίτομη συλλογή Ταμείον Ανθολογίας. Τό βιβλίο τυπώθηκε στην Κωνσταντινούπολη απο την τυπογραφία του Κάστρου που το επόμενο έτος ονομάσθηκε «Βρεταννική», με τα στοιχεία πού χρησιμοποιήθηκαν στην Παρισινή έκδοση των Δοξαστικών τού Θάμυρη. Η δίτομη αυτή συλλογή τού Χουρμουζίου είναι ουσιαστικά το πρώτο, από πλευράς, όγκου και ύλης, μνημειώδες τυπωμένο βιβλίο της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής, στο οποίο μεγάλος δάσκαλος συμπεριέλαβε ο,τι το καλύτερο από την παλιά και τη σχετικά πρόσφατή της εποχής του μουσική δημιουργία. Πρώτο, επίσης, είναι και της εκδοτικής σειράς της Κωνσταντινούπολης η οποία στη συνέχεια καί γιά όλο σχεδόν τον 19ο αιώνα, θά μονοπωλήσει την εκδοτική δραστηριότητα στο χώρο τού βιβλίου της εκκλησιαστικής μουσικής. Ένα χρόνο αργότερα, το 1825, ό Χουρμούζιος εκδίδει το αργό «Είρμολόγιον τών Καταβασιών» τού Πέτρου Λαμπαδαρίου καί ως δεύτερο μέρος του – έχει συνεχή αρίθμηση – το «Σύντομον Είρμολόγιον» τού Πέτρου του Βυζαντίου.
Από αυτά βιβλία, τα δύο πρώτα, δηλαδή το Αναστασιματάριο καί το Δοξαστάριο του 1820, τα όντως «πρωτότυπα καί αρχέγονα», σε εξήγηση και τα δυο του πρωτοψάλτη Γρηγορίου, είναι τα συγκινητικότερα έντυπα κειμήλια της Βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής. Οι μελωδίες πού περιέχουν διακρίνονται γιά τη δωρική τους απλότητα και αποτελούν στο σύνολο τους το σεμνότερο δείγμα και τη γνησιότερη έκφραση της μουσικής της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας. Πέραν από αυτό, ή απλότητα της γραφής αποδίδει σίγουρα πιστότερα το ύφος και το ήθος της μουσικής αυτής, όπως την διατήρησε η παράδοση και την κατέγραψε ό αδαμάντινος κάλαμος του κορυφαίου μουσικού τού ΙΗ αιώνα, του Πέτρου Λαμπαδαρίου. Επίσης το σχήμα των μουσικών τυπογραφικών στοιχείων είναι καλλιγραφικό στον τύπο των χειρογράφων με προσπάθεια μίμησης του γραφικού του χαρακτήρα του Γρηγορίου και διατήρησης στο πρώτο της Οξείας, κάτι που δεν είχε συνέχεια στις επόμενες εκδόσεις. Ξεχωρίζουν επομένως εντελώς από τον τύπο των στοιχείων τού Θάμυρη πού επικράτησε στη συνέχεια για όλες τις μεταγενέστερες εκδόσεις.
Ως προς το περιεχόμενο, τα παραπάνω ψαλτικά βιβλία, ακολούθησαν κατά πόδας θα λέγαμε τον τύπο και το περιεχόμενο της χειρόγραφης παράδοσης. Ειδικότερα, ακολουθήθηκε ή παράδοση των δασκάλων τού ΙΗ αιώνα, και κυρίως όπως καταγράφτηκε και κωδικοποιήθηκε από τον Πέτρο τον Πελοποννήσιο, τον Πέτρο τόν Βυζάντιο, τον Πρωτοψάλτη Δανιήλ. Μέσα δε από αυτά καθιερώθηκε το μέχρι σήμερα εν χρήση νέο στιχηραρικό μέλος. Το σύντομο Δοξαστάριο τού Πέτρου Πελοποννησίου, εκτυπώνεται αυτούσιο από τον Εφέσιο και το Θάμυρη, όπως ακριβώς το συναντούμε στα χειρόγραφα. Το ίδιο συμβαίνει στο Αναστασιματάριο, αν και εδώ προσθέτει ό εκδότης Πέτρος ο Έφέσιος και μέλη τα οποία – όπως γράφει- «είχε μέν αφήσει ατόνιστα ό άοίδιμος Πέτρος ό Πελοποννήσιος ό Λαμπαδάριος, έτόνισαν δέ και επρόσθεσαν εις τό Αναστασιματάριον οι μουσικολογιώτατοι διδάσκαλοι οι έφευρέται τού νέου συστήματος».
Το Ειρμολόγιο εκδίδεται, ως προς τό περιεχόμενο της χειρόγραφης μορφής, συμπληρωμένο και με συνθέσεις των Π. Βυζαντίου, Γρηγορίου και Χουρμουζίου. Τέλος, ή συλλογή της ύλης τού Ταμείου Ανθολογίας του Χουρμουζίου είναι συγκροτημένη σύμφωνα με τα πρότυπα των χειρογράφων Ανθολογιών και περιέχει διάφορα κατ’ επιλογή μέλη του όρθρου και της λειτουργίας, του αργου Στιχηραρίου, του καλοφωνικού Ειρμολογίου κλπ. Από τα βιβλία αυτά μόνο το Δοξαστάριο του Πέτρου είναι πράγματι κάτι το νέο, όπως, άλλωστε, και χαρακτηρίζεται από μελοποιητικής πλευράς, γιατί δεν προϋπήρξε στη χειρόγραφη παράδοση κάτι τέτοιο. Σε αντίθεση με το Αναστασιματάριο που προηγήθηκε του Δανιήλ, το οποίο εξήγησε πρόσφατα με επιτυχία ο πρόεδρός σας ο Κυριάκος Τζουραμάνης, και το Ειρμολόγιο που προηγήθηκε του Μπαλασίου.
Το 1830 ο Πέτρος Εφέσιος εκδίδει με ένα δικής του έμπνευσης του τυπογραφικό σύστημα την Χαρτογραφία (κάτι σαν πολύγραφο) ένα δεύτερο τόμο Ανθολογίας – πρώτος δεν εκδόθηκε ποτέ. Το έργο αυτό πέραν του μουσικού περιεχομένου του έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον για τον σχετικά αναλυτικότερο, σε σχέση με τους τρεις δασκάλους, τρόπο καταγραφής των μελών, καθώς και για τις επ’ αυτού διευκρινήσεις, του Πέτρου Εφεσίου. Όμως κυκλοφόρησε, λόγω του τυπογραφικού του συστήματος σε ελάχιστα αντίτυπα (περίπου 25) με αποτέλεσμα να μένει άγνωστο στην πλειοψηφία του ιεροψαλτικού κόσμου. Επανήλθε στην επικαιρότητα μετά την φωτοαναστατική επανέκδοσή του από την « Ελληνική Χορωδία», του Λυκούργου Αγγελόπουλου, με ενδιαφέρουσες εισαγωγικές παρατηρήσεις, το 1997. Στο βιβλίο αξίζει να σχολιασθεί η δήλωση του Εφεσίου, κυρίως προς γνώσιν των σημερινών θιασωτών της υπεραναλυτικής αποτύπωσης των μελικών σχημάτων. Γράφει λοιπόν «Όθεν επεξηγήσας αυτόν (εννοεί τον τόμο της Ανθολογίας) δι’ ακριβεστέρας γραμμής μελισμού και πλοκής φθόγγων χαρίν πλείονος μελωδίας, αποφεύγων το κατ’εμέ την υπερβολήν της αναλύσεως, ίνα μη επιφέρω τοις μαθηταίς δυσκολίαν τινα, αποπλανηθώ δε και της συνήθους μουσικής ορθογραφίας παρά το καθήκον».
Το 1831 εκδίδεται από τους Π.Χαρίση και Θ.Π. Παράσχου με εξήγηση και επιστασία του Χουρμουζίου Συλλογή Ιδιομέλων του Μανουήλ. Αυτή συγχωνεύτηκε αυτούσια με κάποιες μικροπαρεμβάσεις «κατά τον ρυθμόν και τον χρόνον» στη Μουσική Μέλισσα (1847) του Φωκαέα (το 1847) και τη Μουσική Κυψέλη του Στεφάνου (το 1857).
Το 1832 εκδίδεται από τον Παναγιώτη Πελοπίδα στην Τεργέστη « διά φιλοτίμου συνδρομής ομογενών» το περιώνυμο Θεωρητικό Μέγα της μουσικής του Χρυσάνθου. Γι’ αυτό είναι όλα γνωστά, αφού είναι και το πιο συζητημένο έντυπο της Βυζαντινής μουσικής. Η αναλυτική αναφορά σε αυτό απαιτεί αυτόνομη παρουσίαση οπότε απόψε παραλείπεται. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι το ότι, παρά τις όποιες τυχόν επικρίσεις και επιφυλάξεις, δίκαια μέχρι σήμερα αποτελεί τη βάση στην οποία στηρίχθηκε όλο το θεωρητικό οικοδόμημα της εκκλησιαστικής μας μουσικής.
Πολύ μεγάλη αξία έχει το περίφημο και αξεπέραστο μέχρι σήμερα αργό Δοξαστάριον του πρωτοψάλτου Ιακώβου, στις μουσικές γραμμές του οποίου αποθησαυρίζεται, αριστοτεχνικά συντετμημένη η παράδοση του παλαιού στιχηραρικού μέλους. Εκδόθηκε το 1836 από το Θ.Φωκαέα, με εξήγηση του Χουρμουζίου. Η έκδοσή του από τα πρώτα βιβλία στη Νέα Μέθοδο αποδεικνύει ότι εξακολουθούσε να διατηρείται στην πράξη το αργό στιχηραρικό μέλος. Δικαίως θεωρήθηκε ως το άκρον άωτον της μουσικής μόρφωσης και χαρακτηρίστηκε «στίλβωτρον των ιεροψαλτών».
Το 1835 εκδόθηκε από τον Θ.Φωκαέα, το Καλοφωνικόν Ειρμολόγιον του Πρωτοψάλτη Γρηγορίου που είναι ακριβής μεταφορά στον τύπο της χειρόγραφης ομώνυμης συλλογής του Γρηγορίου, και αποτελεί μέχρι σήμερα τη σημαντικότερη αυτοτελή συλλογή του είδους, αντίστοιχη της οποίας, ως είδος, εξέδωσε πολύ αργότερα το 1969 ο Γεώργιος Τσατσαρώνης με δικές του μελοποιήσεις. Με τις εκδόσεις αυτές συμπληρώνεται η εγκύκλιος σειρά των ψαλτικών βιβλίων της Βυζαντινής μουσικής με το νέο σύστημα. Από εκεί και μετά τα βιβλία που εκδίδονται ή είναι επανεκδόσεις των πρώτων με διάφορες προσθαφαιρέσεις «διορθώσεις» ή ακόμα και διασκευές ή συνθέσεις συγχρόνων μελοποιών, που τα διαφοροποιούν από τα πρότυπα.
Βέβαια υπάρχουν, σαν εξαίρεση όμως του κανόνα, ένα δυο περιπτώσεις πρωτογενών εκδόσεων. Σημειώνω εδώ ότι μια από τις ευεργετικές συνέπειες της νέας μεθόδου ήταν και το ότι έδωσε τη δυνατότητα καταγραφής και τραγουδιών εξωτερικής μουσικής, κάτι που με τη παλιά γραφή ήταν πιό δύσκολο έως αδύνατο, γιατί τα μελικά σχήματα (οι θέσεις ) που αυτή κατέγραφε ήταν για αποκλειστική εφαρμογή στα εκκλησιαστικές μελωδίες. Έτσι το 1830 εκδίδεται από τον Φωκαέα η συλλογή τραγουδιών εξωτερικής μουσικής «Ευτέρπη», κατά απαγγελία του Χανεντέ Ζαχαρία και το 1848 «Η Πανδώρα», πάλι από τον Φωκαέα. Μετά από τις πιο πάνω πρότυπες αρχικές ψαλτικές εκδόσεις, παρατηρείται ήδη από τη αρχή της δεκαετίας 1830, μια απομάκρυνση και διαφοροποιήσεως προς το περιεχόμενο και όχι μόνο από αυτές. Αυτές οι διαφοροποιήσεις θα συνεχιστούν μέχρι τις ημέρες μας με πολλαπλούς τρόπους, στο όνομα της «κατά την απόδοση ή τη «διασκευή» του καθενός. Εδώ θα μου επιτρέψετε να σταθώ περισσότερο..
Έστω ως παράδειγμα το «Νέον Αναστασιματάριον» που εκδίδεται από τον Φωκαέα το 1832, το οποίον παρά τις αποκλίσεις που παρουσιάζει σε μέλη και περιεχόμενο, από το Αναστασιματάριον του Πέτρου της έκδοσης του 1820, σαφώς δείχνει ότι προέρχεται από αυτό. Όμως δεν αριθμείται ως δεύτερη έκδοση, άρα δεν θεωρείται του Πέτρου. Σ’ αυτό απλά αναγράφεται ότι περιέχει μέλη «μεταφρασθέντα εις το νέον της Μουσικής σύστημα, παρά του διδασκάλου Χουρμουζίου Χαρτοφύλακος». Επίσης, το 1839, ο Φωκαέας εκδίδει με προσθήκες τό ίδιο στην ουσία Αναστασιματάριο και περιέργως το αριθμεί ως τρίτη έκδοση. Το αποδίδει στον Πέτρο, με πολύ μικρά γράμματα και εξηγητή τον Γρηγόριο, ενώ αποσιωπά εντελώς το όνομα το Χουρμουζίου και επισημαίνει με μεγάλα γράμματα ότι εκδίδεται «ήδη επιδιορθωθέν μετά προσθήκης παρά Κωνσταντίνου πρωτοψάλτου». Σημειώνω εδώ ότι ουσιαστικά, πρόκειται σε γενικές γραμμές για αυτό που ψάλλουμε και σήμερα, με τις παρεμβάσεις του Ιωάννου, το γνωστό ως Αναστασιματάριο Πέτρου και Ιωάννου. Η απορία επί του προκειμένου είναι το πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τόση απόκλιση από το πρώτο Αναστασιματάριο σε τόσο μικρό διάστημα από την έκδοση. Κατά την άποψή μου μία εξήγηση υπάρχει. Το ότι ο μεν Πέτρος έγραψε το Αναστασιματάριο του σύμφωνα με την εκλεπτυσμένα συντηρητική αίσθηση του μεγάλου δημιουργού, ο δε Χουρμούζιος κατέγραψε τη λαϊκότροπη τρέχουσα προφορική παράδοση. Βέβαια σημειώνει πως τα κατέγραψε «καθώς τη σήμερον ψάλλονται εις το Πατριαρχείον» και αυτό δείχνει επιρροή ή αν θέλετε ψαλτική επιβολή πλέον του Κωνσταντίνου. Όμως και το Αναστασιματάριο του Πέτρου, ρητά αναφέρεται ότι εμελίσθη κατά το ύφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας. Δηλαδή έτσι το έψαλλαν τότε στο Πατριαρχείο. Το ίδιο δείχνει και το Αναστασιματάριο του Δανιήλ! Άρα ποιο από τα δυο είναι το γνήσιο; Ιδού η απορία. Υφέρπει βέβαια μια άποψη, ότι το Αναστασιματάριο του Πέτρου δεν εψάλλετο στο Πατριαρχείο. Το θεωρώ απίθανο τη στιγμή που είναι ξεκαθαρισμένο ότι ο Πέτρος συμπλήρωσε ή αν θέλετε βελτίωσε το Αναστασιματάριο του Δανιήλ. Μήπως και ο Δανιήλ δεν το εψάλλε και απλά το έγραψε χάριν παιδιάς; Δεν το νομίζω. Όπως δεν νομίζω να υπήρχε περίπτωση αυτό να ήταν ξένο προς την πατριαρχική παράδοση και να είχε τόσο μεγάλη διάδοση, και να είναι εξ’ άλλου και το πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε με τη νέα μέθοδο. Υπάρχει περίπτωση οι δάσκαλοι να εξήγησαν χειρόγραφο και να έδωσαν προς διδασκαλίαν κάτι που ήδη δεν χρησιμοποιούσαν εκείνη την εποχή; Συνεχίζουμε.
Στις εκδόσεις της δεκαετίας αυτής μεταξύ άλλων βλέπουμε και ένα σταδιακό παραμερισμό του Χουρμουζίου. Ο Θ.Φωκαέας εκδίδει το 1834 και το 1837 το Ταμείον Ανθολογίας της χειρόγραφης συλλογής του Γρηγορίου, που έχουν αρκετές διαφορές ως προς το περιεχόμενό του από εκείνο της έκδοσης του Χουρμουζίου. Και ενώ τα αριθμεί ως δεύτερη και τρίτη έκδοση, συνυπολογίζοντας ασφαλώς και εκείνη του Χουρμουζίου το 1824. Όμως αποδίδει την εξήγησή του στον Γρηγόριο αποσιωπώντας παράλληλα εντελώς το όνομα του Χουρμουζίου. Επίσης μετά το θάνατο του Χουρμουζίου -χαρακτηριστικό αυτό- με τον τύπο ερωταποκρίσεως, εκδίδει την Κρηπίδα του το 1842, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η Εισαγωγή του Χρυσάνθου, αλλά με τις γνωστές επεμβάσεις και βελτιώσεις (μεταξύ αυτών ίσως και οι κανόνες ορθογραφίας) του Χουρμουζίου στο ανέκδοτο θεωρητικό του, δίχως να κάνει καμιά ιδιαίτερη μνεία σ’ αυτόν. (Εδώ και υπογραφή του Φωκαέα). Η ίδια έλλειψη αναφοράς στο Χουρμούζιο παρατηρείται και στο επίτομο Ταμείο Ανθολογίας, με τη ψιλογράμματη γραφή που εξέδωσαν το 1838 ο Ιωάννης Λαμπαδάριος και ο Στέφανος Δομέστικος. Τη λέμε ψιλογράμματη λόγω των πολύ μικρών μουσικών στοιχείων της που είναι τα μοναδικά σαν χάραξη. Έχουμε, λοιπόν, ήδη από την αρχή της δεκαετίας του 1830, την πληθωρική παρουσία του Φωκαέα στον εκδοτικό χώρο του βιβλίου της Βυζαντινής μουσικής, με παράλληλο παραμερισμό του Χουρμουζίου – αυτό φανερώνει και το ότι «απέθανε πενέστατος», σε αντίθεση με την δυναμική, μέσω των μαθητών του, παρουσία στον εν λόγω χώρο του Πρωτοψάλτη Κωνσταντίνου.
Το 1840 εκδίδεται το δίτομο Δοξαστάριο του πρωτοψάλτη Κωνσταντίνου του Βυζαντίου «εξηγηθέν απαραλλάκτως εις την νέαν της μουσικής μέθοδον, παρά του πρώτου δομεστίκου Στεφάνου». Με την έκδοση αυτή εγκαινιάζεται η μέσω του εντύπου βιβλίου αντεπίθεση, θα λέγαμε, των παλαιών δασκάλων που κυριότερός εκείνη την εποχή εκφραστής τους ήταν ο Κωνσταντίνος. Αυτοί, αφού δεν μπόρεσαν να ανακόψουν την πορεία της Νέας Μεθόδου, προσπάθησαν να την αντιμετωπίσουν με την απόδοση στην εκτέλεση των μελών, γι’ αυτό και συχνά πυκνά βλέπουμε να προβάλλεται η «γνήσια απόδοση,» «κατά το ύφος» ή «κατά την προφοράν» κ.λ.π. του Κωνσταντίνου, κάτι που υπερτονίζεται σε όλα τα βιβλία που εξεδόθησαν επ’ ονόματί του. Δηλαδή το Δοξαστάριον (1840-1), το Ταμείον Ανθολογίας (1845-6) και το Αναστασιματάριον (1863), αλλά και σε εκείνα που εξέδωσαν οι μαθητές του, τα οποία παρουσιάζουν την πρώτη και μεγαλύτερη απόκλιση από τα κλασικά πρότυπα των πρώτων εκδόσεων, παρά τη διαβεβαίωσή του, στον πρόλογο του Ταμείου της Ανθολογίας του ότι τα πάντα συνέλεξε ή και συνέθεσε «μηδόλως -αφιστάμενος- των αιωνίων εκείνων προτύπων»…
Παράλληλα και ενώ άρχισαν να φουντώνουν οι φωνές για απώλεια του παλαιού ύφους, έρχονται να αναταράξουν πολύ δυνατά τα νερά ο Γεώργιος Λέσβιος με το δικό του σύστημα και την όλη εκδοτική και διδασκαλική του δραστηριότητα του και ο Νικόλαος Γεωργίου, ο πρωτοψάλτης Σμύρνης με το ύφος και τις εκδόσεις του, ως απομακρυνόμενοι, κατά τους κατηγόρους τους, από το γνήσιο ύφος-δεν συνυπολογίζω εδώ και τις εκδόσεις αυτής της εποχής, στη Βιέννη, των Νικολαίδη και Χαβιαρά με το τετράφωνο ευρωπαϊκό σύστημά τους.
Στο τέλος της δεκαετίας του 1830, παράλληλα με τον Φωκαέα κάνουν την εμφάνισή τους ως εκδότες κ.λ.π. οι Ιωάννης Λαμπαδάριος και Στέφανος Δομέστικος, οι οποίοι στη συνέχεια θα πραγματοποιήσουν σειρά εκδόσεων, με σημαντικότερη την έκδοση της τετράτομης Πανδέκτης το 1850-1 (Εσπερινός-Όρθρος-Λειτουργία-Μαθηματάρι) Πρόκειται για τη χειρόγραφη συλλογή του Πρωτοψάλτη του Γρηγορίου (θα τη λέγαμε Στιχηράρι και Παπαδική μαζί). Είναι αναμφισβήτητα μνημειώδης και ανεπανάληπτη έκδοση και αποτελεί και τη σημαντικότερη, ως προς το περιεχόμενο και την εγκυρότητα, μετά τα πρώτα τρία ψαλτικά βιβλία έκδοση.
Γνωστότερη όμως είναι, ίσως, η έκδοση από τον Ιωάννη του Αναστασιματαρίου του Πέτρου (1846), κατά τη δική του πλέον απόδοση η οποία έκτοτε καθιερώθηκε και έφθασε μέχρι τις ημέρες μας, με συνεχείς επανεκδόσεις. Αναφέρω και μια σπανιότατη έκδοση Ανθολογίας , την «κοκκινογορογύσα», των Παύλου Κούρτοβιτς και Γεωργίου Π.Κωνσταντινου στη Φιλιππούπολη το 1846. Τη λέμε κοκκινογοργούσα, γιατί μαζι με μια «Σύνοψη καλοφωνικών ειρμών» του Ιωάννη πρωτοψάλτη, λαμπαδαρίου τότε, το 1842, πολύ σπάνια και αυτή, έχουν εκυπωμένα με κόκκινο μελάνι , σπάνια και μοναδική για τότε περίπτωση, τα γοργά τις μαρτυρίες και τα πρωτογράμματα.
Από τη δεκαετία πλέον του 1850 και μετά εμφανίζονται βιβλία με τίτλους και περιεχόμενο (αυτό αφορά το είδος και την περιεκτικότητα) τα οποία ελάχιστα, πολλές φορές και καθόλου, θυμίζουν τις αρχικές εκδόσεις. Όπως π.χ. Απάνθισμα, Δοκίμιον, Εγχειρίδιον, Εγκόλπιον, Μουσική Μέλισσα, Μουσική Κυψέλη, Μουσικό Εκλόγιο, Υμνολόγιο, και πολλά άλλα. Εννοείται ότι στις εκδόσεις αυτές κυριαρχούν βασικά οι μελοποιήσεις νεωτέρων μελοποιών και οι διασκευές (κυρίως συντμήσεις) πάνω σε έργα παλαιοτέρων. Παράλληλα εκδίδονται διάφορα θεωρητικά τα οποία κατά κανόνα ακολουθούν τις αρχές του μεγάλου θεωρητικού του Χρυσάνθου, ή και την Κρηπίδα του Φωκαέα. Εκδότες του ο Γεώργιος Λέσβιος Εισαγωγή εις το θεωρητικόν και πρακτικόν της μουσικής (1840), ο Μαργαρίτης Δροβιανίτης Θεωρητική και πρακτική εκκλησιαστική μουσική (1851),ο Παναγιώτης Αγαθοκλής Θεωρητικόν της εκκλησιαστικής μουσικής (1855) σπουδαίο αυτό το Θεωρητικό. Ίσως, το αμέσως μετά του Χρυσάνθου, για τον ΙΘ΄αιώνα. ο Χριστόδουλος Γεωργιάδης «Πίναξ θεωρίας της βυζαντινής μουσικής» 1856), ο Κυριάκος Φιλοξένης Θεωρητικόν στοιχειώδες της μουσικής (1859),περίφημο και αυτό και ο Στέφανος Λαμπαδάριος τη δική του Κρηπίδα (1875).
Από τη δεκαετία του 1860 και μετά γίνεται πιο έντονη η αμφισβήτηση, «της ακρίβειας εις την «μεθερμήνευσιν» των «αρχαίων εκκλησιαστικών μελών» και δημιουργείται η τάση επιστροφής κατά ένα τρόπο στα παλαιότερα πρότυπα, όπως και τάση πιο ενδελεχούς μελέτης της θεωρίας της Βυζαντινής μουσικής. Στα πλαίσια αυτού του πνεύματος ο Παναγιώτης Κηλτζανίδης εκδίδει το «Νέον Αναστασιματάριον» του Αντωνίου Λαμπαδαρίου ως συντεταγμένον « εις ύφος εκκλησιαστικόν, καθώς «και δια την εαυτού απλότητα λίαν ευπροσίτου εις τους αρχαρίους». Ο ίδιος πρωτοστατεί λίγο αργότερα και για την έκδοση στη σειρά «Μουσική Βιβλιοθήκη» του αργού κατά την παράδοση του ιε΄ αιώνα Αναστασιματαρίου και του Πέτρου Πελοποννησίου το 1868, όπως και του νέου στιχηραρικού μέλους κατά το πρότυπο της έκδοσης το 1820. (Αυτό το επανεκδίδει και ο και ο Κωνσταντίνος Σακελλαριάδης «συμπεπληρωμένον και ερρυθμισμένον» το 1899). Το ίδιο έτος επανεκδίδει και ο Γεώργιος Βιολάκης σε δική του ερμηνεία το Δοξαστάριον του Πέτρου Πελοποννησίου.
Δεν θα μπορούσα όμως να μην αναφέρω και το βιβλίο Η Αγία και Μεγάλη Εβδομάς 1884, του Γεωργίου Ραιδεστηνού, η οποία με το σαφώς νεοκλασικό -αν και έντονα προσωπικό-ύφος του, μέχρι σήμερον θεωρείται το πιο αντιπροσωπευτικό της περιόδου που πραγματεύεται, βιβλίο. Σ΄ αυτη τη δεκαετία, κυριαρχεί στην Αθήνα στις εκδόσεις ο Δικηγόρος Ανδρέας Τσικνόπουλος με την πολύτομη σειρά του «Μουσική Βιβλιοθήκη» και την πληθωρική διδακτική δραστηριότητα του. Από τη σειρά ξεχωρίζει το «Νεώτατον Αναστασιματάριό του με εξαιρετική επεξεργασία του Αναστασιματαρίου του Ζαφειροπούλου, το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να έχουμε σήμερα εν χρήση, αντι του Πέτρου και Ιωάννου. Παρενθετικά σημειώνω ότι το Αναστασιματάριο του Ζαφειροπούλου, κατ’ απόδοση του Αναστασιματαρίου του Πέτρου, το 1855 και είναι το πρώτο βιβλίο που εκδόθηκε στην Αθήνα.
Ως προς τη θεωρία δε της Βυζαντινής μουσικής έχουμε το 1881 την με απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου συγκρότηση της σπουδαίας ειδικής επιστημονικής Επιτροπής, τα πορίσματα της οποίας θα εκδοθούν αργότερα το 1888, με τον τίτλο « Στοιχειώδης διδασκαλία της εκκλησιαστικής μουσικής» και είναι ακριβώς αυτά που έχουν υιοθετηθεί από τον ψαλτικό κόσμο και επίσημα ακολουθούνται μέχρι σήμερα. Ασφαλώς δεν μπορώ να παραλείψω και η σπουδαιότερη μέχρι σήμερα – παρά τα λεγόμενα από μερικούς- Ιστορία «Της παρ ημίν εκκλησιαστικής μουσικής» του Γεωργίου Παπαδοπουλου.
Με τα παραπάνω βιβλία και με πολλά άλλα που δεν μας επιτρέπει ο χρόνος να αναφερθούμε, ολοκληρώνεται η πρώτη περίοδος των εκδόσεων βιβλίων εκκλησιαστικής μας μουσικής κατά τον ΙΘ΄ αιώνα που είναι και η πιο σημαντική και η πιο άγνωστη. Σημειώνω ότι μεταξύ αυτών υπήρξαν και εκδόσεις βιβλίων που καλύτερα θα ήταν να μην είχαν υλοποιηθεί.
Γεώργιος Χατζηθεοδώρου
2024/03/09



