
Τιμή στον λαμπαδάριο του Μητροπολιτικού ναού Δημήτριο Σταυριανό
20/03/2025
Ένας κύκλος εκπομπών αφιερωμένων στην Ιστορική Διαδρομή της ψαλτικής τέχνης στην Πάτρα, την Μητρόπολη της Δυτικής Ελλάδας.
03/12/2025Του ΚΩΝ.Ι.ΠΑΝΑ Καθηγ.εκκλησ.Μουσικής της Αρσακείου Ακαδημίας Πατρών [1]
Πολλά προσόντα εχάρισεν ο Θεός εις τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Πατρών κ.κ Νικόδημον. Μεταξύ αυτών και το μουσικόν τάλαντον.
Εις την ψαλμωδίαν ειλκύσθη «από βρέφους» (2 Τιμ 3.15). Εις ηλικίαν μόλις 8 ετών, ως μαθητής της Γ΄ τάξεως του Δημοτικού Σχολείου, απήγγειλε τον «Απόστολον».
Την δε σπουδήν της Βυζαντινής Μουσικής ήρχισεν από ηλικίας 11 ετών, μαθητής τότε της Β΄ τάξεως του «Σχολαρχείου», ως ωνομάζετο την εποχήν εκείνην (1926/27) ο πρώτος κύκλος των γυμνασιακών μαθημάτων.
Πρώτος διδάσκαλος αυτού εις την Εκκλησιαστικήν Μουσικήν ήτο ο Κωνσταντίνος Χριστόπουλος, δεξιός ιεροψάλτης του Ι.Ναού της ενορίας του (Αγίου Νικολάου «Πευκακίων» Αθηνών) και καθηγητής της μουσικής εις τα Σχολεία Μέσης Εκπαιδεύσεως, γνωστός δε και ως συνθέτης και εκδότης επωνύμου «Μουσικού Ανθολογίου»(Αθήναι 1891), περιλαμβάνοντος «Στοιχειώδες θεωρητικόν» βυζαντινής Μουσικής, επιτομήν Αναστασιματαρίου και ειρμολογίου και τα απαραίτητα ψάλματα των ακολουθιών εσπερινού, όρθρου και λειτουργίας, εις απλουστευμένον μέλος.
Είναι χαρακτηριστικόν ότι ο νεαρός τότε μαθητής Νικόλαος Βαλληνδράς εξεδήλωνεν προτίμησιν να υπηρετεί εις το άγιον βήμα, παρά τους πόδας των ιερέων-ένδειξις ασφαλώς της παιδιόθεν ιερατικής του κλήσεως. Αλλ’ ο προϊστάμενος του Ναού, θεολόγος ιερεύς και καθηγητής του εις το Σχολείον (Θεμιστοκλής Παπακωνσταντίνου), τον ώθησε προς το «αναλόγιον» του δεξιού ψάλτου και ούτω τον συνέδεσε με τον ως άνω μουσικοδιδάσκαλο, δια να τεθούν τα θεμέλια της μουσικής του καταρτίσεως.
Εδιδάχθη υπ’ αυτού τας στοιχειώδεις γνώσεις της Βυζ.Μουσικής. Όταν δε ήρχισε να μελετά το «Αναστασιματάριον» και αι γνώσεις του επροχώρησαν μέχρι της εκμαθήσεως του μέλους των ένδεκα «εωθινών» (αναστασίμων δοξαστικών του όρθρου), έλαβε περαιτέρω μαθήματα μουσικής παρά του εκ πατρός θείου του Γρηγορίου Βαλληνδρά (+1942), μαθητού του Ιακώβου Ναυπλιώτου, πρωτοψάλτου του πατριαρχείου Κων/πόλεως.
Ο Γρηγόριος Βαλληνδράς υπήρξε καλλιφωνότατος και άριστος πρωτοψάλτης εν Σύρω, Αθήναις και Πειραιεί. Διέπρεψε κυρίως εις τον Ι.Ναόν Αγ.Κωνσταντίνου (Ομονοίας) Αθηνών, όπου σημειωτέον, εις εποχήν κατά την οποίαν ήσαν άγνωστα τα μικρόφωνα και μεγάφωνα, η ευρεία και μελωδικωτάτη φωνή του πρωτοψάλτου έφθανεν -διά των ανοικτών παραθύρων του ναού, κατά το θέρος- μέχρι της πλατείας Ομονοίας! Και αι διαβάται έλεγον προς αλλήλους μετά θαυμασμού «ακούτε το αηδόνι του Αγίου Κωνσταντίνου»!
Η μνεία αυτή γίνεται, δια να υποδηλωθή ότι αι οικογενειακαί ρίζαι του τιμωμένου Μητροπολίτου ήσαν εμπλουτισμέναι από κάποιαν «φλέβα» της οικογενείας, οίτινες-όλοι σχεδόν-συνεχίζουν την παράδοσιν. Και ο μεν πατήρ του Ιεράρχου μας (Λεωνίδας Βαλληνδράς +1955) ήτο επίσης καλλίφωνος, αλλ’ όχι και γνώστης της εκκλησιαστικής μουσικής, ως ο πρωτοψάλτης αδερφός του Γρηγόριος. Ουχ ήττον έψαλλεν, εμπειρικώς μεν, αλλά μετ’ αγάπης και ζήλου και μη ευκαταφρονήτου οικειότητος προς τα κείμενα και την μελωδίαν των ψαλλωμένων εν τη Εκκλησία. Οι δε αδερφοί του τιμωμένου εμαθήτευσαν αρχικώς παρά τω αδερφώ (ενδοοικογενειακώς διδαχθέντες μέχρι τινός υπ’ αυτού), έπειτα δε επολλαπλασίασαν «το δοθέν τάλαντον», ο μεν (Γεώργιος) τραπείς προς την θεολογίαν και την ιερωσύνην. Ο δε (απόστολος) προς την μουσικολογίαν και την παράλληλον εν Εκκλησίας Πρωτοψαλτίαν, ευδοκιμούντες αμφότεροι εις το στάδιον των.
Είναι απορίας άξιον ότι ο νυν Μητροπολίτης των Πατρών, ενώ προδιετέλεσεν Ιεροψάλτης επί 10ετίαν (1929-1939), δεν υπήρξε (ποτέ σχεδόν) πρωτοψάλτης αλλά πάντοτε β΄ ψάλτης εις Ι.Ναούς των Αθηνών (Αγ.Γερασίμου "Άνω Ιλισίων¨, Αγίου Γεωργίου ¨Ακαδημίας Πλάτωνος¨, και Αγίου Νικολάου ¨Πευκακίων¨), ενδιαμέσως δε μόνον (1935-1936) ήτο πρωτοψάλτης του «Καθολικού» της Ι. Μονής Ασωμάτων-Πετράκη. Πανταχού όμως διεκρίνετο διά την αρτίαν μουσικήν του κατάρτησιν. Φωνητικώς δε τότε – προ της στρατεύσεως (1936-1937)- ήτο απλώς μέτριος. Επεφυλλάσετο δε εις την ακολουθήσασαν ιερατικήν του σταδιοδρομίαν να εκδηλωθή η ενυπάρχουσαν διάστασις του φωνητικού του ταλάντου. (Σημ. Ως γυμνασιόπαις έψαλλεν εις τον ναΐσκον «Αγία Δύναμις» της Ι.Μονής Πεντέλης- κάτωθεν του νυν Υπουργείου της Παιδείας- ποριζόμενος τα έξοδα των σπουδών και των βιωτικών αναγκών του.
Έτσι ηυδόκησεν ο Θεός να προετοιμάση και να καταρτίση ένα μέλλοντα λειτουργό και εργάτην της εκκλησίας Του. «Είη το όνομα κυρίου ευλογημένον»!.
«Ότε δε ήλθεν το πλήρωμα του χρόνου» και ο καιρός της ευδοκίας του Θεού, ο πτυχιούχος της Θεολογίας (από 27-3-1937) Νικόλαος εκάρη μοναχός τη 14η Ιανουαρίου 1939 εν τη Ι.Μονή Πετράκη (όπου είχε προϋπηρετήσει ως δεξιός ψάλτης), υπό του τότε Ηγουμένου της Μονής αρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Γρηγοριάδου ( +1986). Έλαβε δε το όνομα Νικόδημος, εκφωνηθέν υπό του ως «Γέροντος» χειραγωγήσαντος αυτόν προς τα ιερά «βημόθυρα», αειμνήστου αρχιμανδρίτου Χριστοφόρου Παπουτσοπούλου, Ιεροκήρυκος της Ι.Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Την επομένην ημέραν ( Κυριακή, 15-1-1939) εχειροτονήθη διάκονος υπό τότε Μητροπολίτου Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίου(+1962), κατ’ εντολήν του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου, του από Τραπεζούντος, (+28-9-1949), πλησίον του οποίου υπηρέτησεν ως Αρχιδιάκονος αυτού και Γραμματεύς της Ι.Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Η περαιτέρω σταδιοδρομία αυτού- ως πρεσβυτέρου και επισκόπου- εξιστορείται υπό άλλης γραφίδος εις τον παρόντα τόμον.
Τελευταία δε αξιοσημείωτος πληροφορία, αφορώσα εις τας επιδόσεις του ως ιεροψάλτου και ειδήμονος της Βυζ.Μουσικής, πρέπει να μνημονευθή ενταύθα η υπό του Αρχιεπισκόπου Χρυσάνθου τεθείσα προϋπόθεσις, διά την επιλογήν αυτού ως αρχιδιακόνου.
Εθεώρει απαραίτητα προσόντα διά την θέσιν αυτήν την καλλιφωνίαν και την μουσικήν συγκρότησιν του υποψηφίου. Και δεν ηρκέσθει εις την περί τούτων πληροφόρησιν, αλλ’ έδωκεν εντολήν να ψάλη ο υποψήφιος κατά την χειροτονίαν, ως διακόνου του Ιερωνύμου Κοτσώνη, (έπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών, +15-11-1988), να αναφέρη δε εις αυτόν ο τελέσας την χειροτονίαν, μουσικοτραφής Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας Ειρηναίος, περί της φωνητικής και μουσικής επάρκειας του μέλλοντος αρχιδιακόνου. Και μετά την ευμενή κρίσιν του ειδήμονος Μητροπολίτου εδόθην εις αυτόν η εντολή να χειροτονήση και τον αρχιδιάκονον!.
Ανομολογεί ταύτα – και εκδιηγείται προς ημάς- ο Σεβασμιώτατος κ.κ Νικόδημος. Και προσθέτει με συγκίνησιν πάντοτε, «ψαλώ τω θεώ μου έως υπάρχω». Έχω υποχρέωσιν προς τούτο. Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.
Κατά τους Ιερούς Κανόνας της εκκλησίας οι ψάλται είναι κατώτεροι κληρικοί «έξω του Βήματος». Και αν παρέμενε διαπαντός εις την θέσιν αυτήν ο υπό κρίσιν κατωτέρο κληρικός, ασφαλώς θα διέπρεπε και θα εκοσμούσε τα «αναλόγια» κεντρικών Ι.Ναών της πρωτευούσης με την φωνήν του και την μουσικότητά του, τα «τέλεια» δωρήματα…άνωθεν καταβαίνοντα από του πατρός των φώτων. (Ιάκ.1.17)
Αλλ’ο Κύριος τον εκάλεσεν «εις το εσώτερον του καταπετάσματος» (Εβρ 6.19), δια να υπηρετήση ως ανώτερος κληρικός, και από των τριών βαθμών της ιερωσύνης, ως λειτουργός του αγίου θυσιαστηρίου, ως κήρυξ του θείου λόγου, και ως εντεταγμένος εις τους « Ποιμένας και διδασκάλους» της Εκκλησίας ( Εφεσ. 4.13).
Εν τούτοις, και από των θέσεων αυτών του ανωτέρου Κλήρου, δεν παρέλειψε την επίδοσιν εις την ψαλμωδίαν. Παρ’ όλον δε το βάρος των επισκοπικών υποχρεώσεων συνεχίζει να καλλιεργή επιμελώς τον τομέα της εν τω Ναώ ιεράς υμνωδίας, τόσον ως εκτελεστής όσον και ως μελοποιός (συνθέτης).
α΄) Ως «ερμηνευτής» - εκτελεστής
Ο Σεβασμιώτατος κ.κ Νικόδημος, χοροστατών ως επίσκοπος, δεν ελησμόνησε τον προδιατελέσαντα ψάλτην. Ψάλλει δε όχι μόνον τα ανήκοντα, κατά το εκκλησιαστικόν τυπικόν, εις τον Ιερουργούντα ή χοροστατούντα Ιεράρχην, αλλά και πολλά άλλα ψάλματα, διά να προσφέρη εις το εκκλησίασμα εκλεκτάς μελωδίας, εις αριστοτεχνικην εκτέλεσιν, με την ικανήν εμπειρίαν που διαθέτει και το πλούσιον φωνητικόν του τάλαντον. Θα επιτραπή δε να προσθέσωμεν ότι ψάλλει πάντοτε «μελετημένος» και καλώς προπαρασκευασμένος.
Παρ’ όλην την άνεσιν εις το ψάλλειν και τελείαν γνώσιν του ιερού κειμένου και του μέλους των ψαλλομένων (γνωρίζει από μνήμης αμφότερα), θεωρεί απαραίτητον, την συνεχήν σπουδήν αυτών. Και θέλει, η μετ’ αξιώσεων προσφορά του εις το κάλλος της ιερουργίας και της ψαλμωδίας να γίνεται αφορμή οικειώσεως του λαού του θεού εις το παραδοσιακόν μέλος και την εν γένει λειτουργικήν παράδοσιν της ορθοδόξου εκκλησίας.
Διότι φρονεί ότι υφίσταται, μάλιστα εις την εποχήν μας, ο κίνδυνος διαβρώσεως και αλλοιώσεως του παραδοσιακού λειτουργικού ήθους και ύφους, εις τας ακοάς και τας διαθέσεις ωρισμένης μερίδος του λαού, επιζητούσης «εκσυγχρονισμόν» των λειτουργικών μας στοιχείων , εξωθενουμένης δε προς τούτο υπό νεωτεριστικών τινών τάσεων- ενώ θα έπρεπε να είναι αδιαμφησβήτητον ότι, διά την απόδοσιν των ύμνων και της Λειτουργίας της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, είναι αναντικατάστατος η εκκλησιαστική Βυζαντινή μουσική και η καθόλου εκκλησιαστική παράδοσις και τέχνη ( Βυζαντινή αρχιτεκτονική – ναοδομία- αγιογραφία κ.λ.π). Δια τούτο είναι αδιανόητος και ανεπίτρεπτος η υποβάθμισις και αλλοίωσις της ορθοδόξου αισθητικής.
Και εις την μέριμναν των επισκόπων ανήκει κατά πρώτον η ευθύνη της διατηρήσεως ευαισθήτων και αμειώτων του φρονήματος και των βιωμάτων του πιστού λαού των ορθοδόξων και η διά παντός προσφόρου μέσου (ως η εκλεκτή ψαλμωδία και η παραδοσιακή Βυζαντινή τεχνοτροπία εν γένει) καλλιέργεια του αντιστοίχου ορθοδόξου αισθητηρίου.
Προσωπικώς, ως αρμόδιος καθηγητής της Βυζ.εκκλησιαστικής Μουσικής, εκφράζω την βαθείαν ικανοποίησιν μου διά την υψηλήν ποιότητα των μουσικών εκτελέσεων του Σεβασμιωτάτου.
Μου έκανε δε ιδιαιτέραν εντύπωσιν, όταν, περιστοιχούμενος από Ιεροψάλτας των Πατρών, έψαλλεν , από του επισκοπικού θρόνου, εκλεκτούς μουσικάς συνθέσεις, είτε εκ των θεωρουμένων ως «κλασσικών», είτε ιδικάς του (ως π.χ. τα περίτεχνα οκτάηχα « Ανοιξαντάρια» και το επίσης οκτάηχον « Μακάριος ανήρ» κ.ά) , είτε – ας επιτραπεί να προσθέσω- και υπ’εμού μελοποιηθέντα «Δοξαστικά» (ιδίως το της εορτής του Ευαγγελισμού «Απεστάλη εξ ουρανού» κ.ά της Μεγάλης εβδομάδος κυρίως). Με απαράμιλλον ερμηνείαν και εκφραστικότητα και τελείαν επιτυχίαν.
Χωρίς υπερβολήν, ήτο κάτι το μοναδικόν, το ανεπανάληπτον. Συνέβαλε δ’ εις τούτο και το εγνωσμένον «πατριαρχικό ύφος» του ψάλλοντος, το οποίον διασώζει ομολογουμένως αναλογίας προς το του αοιδίμου Άρχοντος πρωτοψάλτου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Ιακώβου Ναυπλιώτου. Ανάλογος είναι και η υπ’ αυτού επιτυγχανομένη μεταρσίωσις του εκκλησιάσματος εις ύψη πνευματικής ανατάσεως και εις νοεράν αναδρομήν προς την παλαιάν βυζαντινήν μεγαλειώδη λαμπρότητα.
β) Ως μελοποιός - συνθέτης
- Από την περίοδον της θητείας του εις το αναλόγιον προέρχονται ωρισμένα «δοξαστικά», μελοποιηθέντα υπ’ αυτού διά τας πανηγύρεις των Ι.Ναών, εις τους οποίους έψαλλε, και δια τινάς των εορτών του ενιαυτού. Όλα παραμένουν ανέκδοτα.
- Ωσαύτως εμελοποίησε και τινά «Χερουβικά», κατ’ επιτομήν των παλαιοτέρων, ψαλλόμενα εις βραδυτέραν χρονικήν αγωγήν, προς αποφυγήν των εξεζητημένων γραμμών, των προερχομένων εκ της εξωτερικής (μη εκκλησιαστικής) μουσικής, και εμμονήν εις τας χαρακτηριστικωτέρας Βυζαντινάς «Θέσεις» των οκτώ ήχων, χωρίς ακρότητας ανατολι(τι)κού τύπου ή δυτικής αποκλίσεως. Ανέκδοτα επίσης.
- Ολιγώτερον γνωστή είναι μια πρωτότυπος μουσική εργασία του επί των ψαλμών. Εν συνεργασία μετά του αυταδέλφου του (Αποστόλου Βαλληνδρά) εμελοποίησε ψαλμούς κατ’ εκλογήν, εις μέλος απλούν και δημώδες, δυνάμενον ευχερώς να κυκλοφορείται ασματικώς εις τα χείλη του λαού, κατά διαφόρους περιστάσεις και ψυχικάς ανάγκας συναφείς προς τους επιλεγομένους ψαλμικούς στίχους. Ο αυτάδελφος ενησχολήθη εις τη εναρμόνισιν του υπό του Σεβασμιωτάτου συντεθειμένου βασικού μέλους. Και όλοι οι αδελφοί του, συγκροτούντες οικογενειακήν χορωδίαν, έψαλλον δοκιμαστικώς τα ψαλμικά αυτά μελωδήματα. Ετοιμάζεται έκδοσις αυτών ακουστική («κασσέτα») και σημειογραφική.
- Εκ της περιόδου δε της ιερατείας του, προς πλήρωσιν αντιστοίχου λειτουργικής ανάγκης, προέκυψεν η μελοποίησις του «Θεοτόκε Παρθένε..» της Αρτοκλασίας εις άπαντας τους ήχους- οκτώ τον αριθμόν μελωδίαι και μία ακόμη (9) παρέχουσα οκτάηχον άκουσμα.
- Η εμπειρία αύτη της ανέτου διακινήσεως της μελωδίας προς όλους τους ήχους της «οκτωήχου» απετέλεσεν ερέθισμα, δια να επακολουθήσουν αλλεπάλληλοι οκτάηχοι συνθέσεις του ( Ανοιξαντάρια, Μακάριος ανήρ, Άξιον εστίν και τελευταίως ο ύμνος των τριών παίδων εν τη καμίνω του πυρός «Τον Κύριον υμνείτε και υπερυψούτε….», με εναλλαγήν όχι μόνον των οκτώ ήχων αλλά και ποικίλων αυτών. Εδημοσιεύθη εις την ημετέραν έκδοσιν (Κων/νου Πανά, Η θεία και Ιερά Λειτουργία, Αθήναι 1984, σελ.301-305). Εκ των λοιπών οκταήχων συνθέσεών του, εκυκλοφόρησαν εις λιθογραφημένον φυλλάδιον τα «Θεοτόκε παρθένε» (εξαντλημένον). Εις δε την ρηθείσαν «Θ.Λειτουργίαν» μου περιελήφθησαν δύο ακόμη συνθέσεις του (εν Άξιον εστίν [σελ.117], και το «Μεγαλυνάριον» των Χριστουγέννων- ειρμός της θ.ωδής «Μεγάλυνον ψυχή μου, την τιμιωτέραν…Μυστήριον ξένον…»[σελ.240].
- Τέλος, εις χειρόγραφα, κυκλοφορούν εις στενόν κύκλον και άλλαι συνθέσεις του, εφ’ όλης της ύλης της εκκλησιαστικής ημών υμνογραφίας.
Δέον δε να σημειωθεί ότι και εις την υμνογραφίαν επεδόθη ο Σεβασμιώτατος και δη και εξέδωκεν ωρισμένας Ιεράς Ακολουθίας εις τεύχη, γενόμενα δεκτά με ευμενείς κρίσεις υπό των ειδημόνων. Αλλά περί τούτων, δεν ανήκει εις εμέ η σχετική διαπραγμάτευσις και ο σχολιασμός.
Αρκούμαι, εν κατακλείδι, να παρατηρήσω ότι αι ουσικαί επιδόσεις του Μητροπολίτου Πατρών κ.Νικοδήμου είναι υψηλού επιπέδου. Και αι μουσικαί συνθλεσεις του διακρίνονται δια την ορθήν γραφήν, τον ρυθμόν και την εύστοχον, διά της μελωδίας, απόδοσιν του νοήματος των ύμνων.
[1] Συμπόσιον Πνευματικόν επί χρυσώ Ιωβηλαίω Ιερωσύνης του Μητροπολίτου Πατρών Νικοδήμου 1939-1989, Αθήναι 1989.



